Η έκρυθμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν συνεχίζονται, ενώ η Ισλαμική Δημοκρατία απαντά με αντίποινα, στρεφόμενη και κατά τρίτων χωρών του Κόλπου, αλλά και κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.
Οι αγορές προβλέψεων είχαν ήδη προεξοφλήσει αυξημένο κίνδυνο, ενσωματώνοντας τις τελευταίες εβδομάδες αυξανόμενη πιθανότητα στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ στο Ιράν έως τον Μάρτιο, με ορισμένους δείκτες να προσεγγίζουν το 70% την Παρασκευή. Πλέον, το κρίσιμο ερώτημα είναι ο τρόπος διαχείρισης της κλιμάκωσης.
Η αγορά πετρελαίου, πάντως, δεν στερείται «μαξιλαριών» ασφαλείας. Η προσφορά υπερβαίνει σήμερα τη ζήτηση, οδηγώντας σε αύξηση αποθεμάτων που λειτουργούν ως ανάχωμα. Ο OPEC+ έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει την παραγωγή εφόσον χρειαστεί, οι κυβερνήσεις διαθέτουν στρατηγικά αποθέματα, οι Αμερικανοί παραγωγοί έχουν αποδείξει ότι προσαρμόζονται γρήγορα στις μεταβολές των τιμών, ενώ οι εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν αντέξει σε διαδοχικές κρίσεις, από γεωπολιτικές εντάσεις έως την πανδημία.
Παρά ταύτα, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Δύο σενάρια θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμα: μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση, ιδίως αν επηρεαστούν τα Στενά του Ορμούζ, και μια εσωτερική αποσταθεροποίηση στο Ιράν. Και στις δύο περιπτώσεις, θα μπορούσε να προκληθεί σοκ στην προσφορά, με άνοδο των τιμών του πετρελαίου και ευρύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και τις αγορές.
Ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση
Το Ιράν καλύπτει περίπου το 3% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Ο πραγματικός στρατηγικός κίνδυνος, ωστόσο, εντοπίζεται στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Το Ιράν ασκεί σημαντική επιρροή στην περιοχή. Ορισμένα δημοσιεύματα αναφέρουν ότι δεν επιτρέπει τη διέλευση πλοίων, αλλά η εικόνα παραμένει ρευστή. Σημειώνεται ότι η Τεχεράνη έχει απειλήσει και στο παρελθόν με κλείσιμο των Στενών, χωρίς να το υλοποιήσει, καθώς χρησιμοποιεί την ίδια θαλάσσια οδό για τις δικές της εξαγωγές.
Μια πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να εκτινάξει το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Αν η διαταραχή ήταν σύντομη, το πλήγμα θα ήταν ισχυρό αλλά διαχειρίσιμο. Αν όμως παραταθεί, οι συνέπειες θα είναι σοβαρότερες. Η αμερικανική οικονομία ενδέχεται να αποφύγει την ύφεση, αλλά θα μπορούσε να δεχθεί σοκ 1% έως 1,5% στον πληθωρισμό και αντίστοιχη επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ένα πλήρες κλείσιμο παραμένει λιγότερο πιθανό, λόγω του κόστους για την ίδια την ιρανική οικονομία. Οι αγορές, άλλωστε, διαχωρίζουν συχνά τη ρητορική από την πράξη. Το 2011 και το 2012, όταν το Ιράν είχε απειλήσει με αντίστοιχη κίνηση, τα χρηματιστήρια αντέδρασαν ανοδικά, εκτιμώντας ότι η απειλή δεν θα υλοποιηθεί.
Ωστόσο, ακόμη και περιορισμένες διαταραχές, όπως αυξημένη ναυτική παρουσία ή υψηλότερα ασφάλιστρα και ναύλοι, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη μεταβλητότητα. Οι επιθέσεις σε πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα τα τελευταία χρόνια ανέδειξαν την ευαλωτότητα κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων. Την ίδια στιγμή, η Κίνα, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ιρανικού πετρελαίου, διαθέτει διαπραγματευτικά εργαλεία έναντι των ΗΠΑ, μέσω του ελέγχου της σε μεγάλο μέρος των παγκόσμιων αποθεμάτων σπάνιων γαιών, υλικών στρατηγικής σημασίας για την αμερικανική εθνική ασφάλεια.
Εσωτερική αποσταθεροποίηση και αλλαγή καθεστώτος
Ένα δεύτερο σενάριο αφορά πιθανή διάσπαση του ιρανικού καθεστώτος ή των δυνάμεων ασφαλείας, ως συνέπεια της στρατιωτικής δράσης. Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν σημαντικές.
Ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι από το 1979 και μετά, οι αλλαγές καθεστώτος σε πετρελαιοπαραγωγές χώρες οδήγησαν σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου κατά μέσο όρο 30%, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις η αύξηση έφτασε το 76%. Η Ιρανική Επανάσταση του 1978–1979 υπερδιπλασίασε τις τιμές και συνέβαλε σε παγκόσμια ύφεση. Μέχρι σήμερα, η παραγωγή του Ιράν παραμένει χαμηλότερη από τα προεπαναστατικά επίπεδα, γεγονός που καταδεικνύει τις μακροχρόνιες συνέπειες.
Ένα αντίστοιχο σοκ σήμερα θα μπορούσε να ωθήσει το πετρέλαιο στα μέσα των 80 δολαρίων. Αν η άνοδος παραταθεί, ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 0,8%, με αντίστοιχη επιβράδυνση της ανάπτυξης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι πιθανή μια ευρεία διόρθωση στις διεθνείς αγορές, ανάλογη με εκείνη που σημειώθηκε στον Πόλεμο του Κόλπου ή μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι σε ένα μέσο έτος ο δείκτης S&P 500 καταγράφει υποχώρηση της τάξης του 14,5%. Σε αυτό το σενάριο, αμυντικές μετοχές και ενεργειακές εταιρείες θα μπορούσαν να υπεραποδώσουν.
Σε αντίθεση με πρόσφατες εξελίξεις σε άλλες χώρες, όπως η Βενεζουέλα, η ιρανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία είναι βαθιά εδραιωμένη. Επομένως, μια αλλαγή καθεστώτος δεν θεωρείται εύκολη ή άμεση εξέλιξη.
Εν κατακλείδι
Η βασική εκτίμηση για θετική πορεία εντός του έτους παραμένει. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι, εκτός αν προκύψει μείζονα οικονομική διαταραχή, η μεταβλητότητα που προκαλούν τα γεωπολιτικά γεγονότα είναι συνήθως παροδική.
Οι ανησυχίες για περαιτέρω κλιμάκωση είναι εύλογες. Ωστόσο, η εμπειρία από κρίσεις, πολέμους, πανδημίες και υφέσεις καταδεικνύει ότι οι επενδυτές που διατηρούν τη στρατηγική τους σε βάθος χρόνου ανακτούν τις απώλειες και επωφελούνται από την ανάπτυξη και την καινοτομία. Παρότι ένα ακραίο σενάριο δεν αποτελεί τη βασική εκτίμηση, η στοχευμένη ενίσχυση της ανθεκτικότητας των χαρτοφυλακίων, μέσω χρυσού, hedge funds, δομημένων προϊόντων και τοποθετήσεων σε στρατηγικούς τομείς, μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στη βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα.





