Μια καινοτόμος μελέτη από επιστήμονες του Rambam Health Care Campus, την οποία παρουσιάζει η «The Times of Israel», φέρνει στο προσκήνιο μια νέα θεραπευτική προσέγγιση για τη σχιζοφρένεια, αξιοποιώντας τη βαθιά εγκεφαλική διέγερση (Deep Brain Stimulation – DBS). Η έρευνα εκτιμάται ότι θα μπορούσε μελλοντικά να προσφέρει λύσεις σε περίπου 21 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως που ζουν με τη σοβαρή αυτή ψυχική διαταραχή.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications και βασίστηκε σε υπολογιστική μοντελοποίηση, ανάλυση δεδομένων και τεχνικές μηχανικής μάθησης.
Η ερευνητική ομάδα και η επιστημονική βάση
Επικεφαλής της έρευνας ήταν ο Δρ Nir Asch, γιατρός και ερευνητής στο ψυχιατρικό τμήμα του Rambam στη Χάιφα. Η εργασία πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Hagai Bergman από το Hebrew University of Jerusalem, βραβευμένου με το Βραβείο Ισραήλ 2024 και πρωτοπόρου της βαθιάς εγκεφαλικής διέγερσης για τη νόσο του Πάρκινσον.
«Η μελέτη προτείνει μια νέα θεραπευτική κατεύθυνση, η οποία μπορεί στο μέλλον να επεκτείνει τις επιλογές για ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις υπάρχουσες θεραπείες», δήλωσε ο Asch.
Μιλώντας στην The Times of Israel, ο 44χρονος ερευνητής υπογράμμισε ότι η εργασία δεν περιορίζεται στην περιγραφή συμπτωμάτων, αλλά προσφέρει μια μηχανιστική εξήγηση για το τι συμβαίνει στον εγκέφαλο και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η έκταση του προβλήματος
Σύμφωνα με τον World Health Organization, 21 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από σχιζοφρένεια, ενώ περίπου το ένα τρίτο θεωρείται ανθεκτικό στη θεραπεία. Στο Ισραήλ, σύμφωνα με την οργάνωση ψυχικής υγείας Ozma, περίπου 70.000 άτομα – δηλαδή ένας στους 143 – ζουν με τη διαταραχή.
Η σχιζοφρένεια εμφανίζεται συνήθως στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής και στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί δια βίου πάθηση. Περιλαμβάνει συμπτώματα όπως παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένη σκέψη και ομιλία, παράξενη συμπεριφορά και κοινωνική απομόνωση. Συχνά επηρεάζονται και γνωστικές λειτουργίες όπως η μνήμη και η προσοχή, καθιστώντας δύσκολη την καθημερινή λειτουργικότητα.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν κατά μέσο όρο προσδόκιμο ζωής εννέα χρόνια μικρότερο από τον γενικό πληθυσμό, συχνά λόγω συνοδών σωματικών ασθενειών, όπως ο διαβήτης.
Ο εγκέφαλος ως «μηχανή πρόβλεψης»
Ο Asch περιγράφει τον εγκέφαλο ως «μηχανή πρόβλεψης» που δημιουργεί εσωτερικά μοντέλα για να ερμηνεύει τον κόσμο. Στη σχιζοφρένεια, αυτή η διαδικασία διαταράσσεται, οδηγώντας σε «γνωστική ακαμψία». Οι ασθενείς δυσκολεύονται να προσαρμόσουν το εσωτερικό τους μοντέλο ακόμη και όταν τα εξωτερικά δεδομένα αλλάζουν.
«Είναι σαν να έχουν κολλήσει στο δικό τους μοντέλο», σημειώνει. «Η πληροφορία υπάρχει, αλλά δεν την συσχετίζουν».
Το πείραμα σε πρωτεύοντα θηλαστικά
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δύο θηλυκά αφρικανικά πράσινα πιθήκια. Σε ελεγχόμενο εργαστηριακό περιβάλλον τους χορηγήθηκε φαινκυκλιδίνη (PCP), ουσία που μπορεί να προκαλέσει ψυχωτικά συμπτώματα παρόμοια με εκείνα της σχιζοφρένειας.
Τα ζώα παρουσίασαν σημαντική μείωση στη γνωστική ευελιξία και αύξηση χαοτικής συμπεριφοράς. Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν στην περιοχή του εγκεφάλου globus pallidus externus (GPe), η οποία λειτουργεί ως «πύλη» στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.






