Η σταδιακή ανάπτυξη πυρηνικής υποδομής από την Τουρκία συνιστά έναν στρατηγικό κίνδυνο που το Ισραήλ δεν μπορεί να αγνοήσει, ακόμη κι αν σήμερα η Άγκυρα επιμένει ότι το πρόγραμμά της αφορά αποκλειστικά ειρηνική χρήση, σύμφωνα με δημοσίευμα της Israel Hayom (03/02/26). Σύμφωνα με αναλυτές, οι υποδομές που δημιουργούνται ενδέχεται, υπό ορισμένες πολιτικές και γεωστρατηγικές συνθήκες, να αποτελέσουν στο μέλλον βάση για στρατιωτικές εφαρμογές.
Από την ένταξή της στο ΝΑΤΟ το 1952, η Τουρκία βασίζεται στην πυρηνική αποτροπή της Συμμαχίας και φιλοξενεί αμερικανικά πυρηνικά όπλα στη βάση του Ιντσιρλίκ. Παράλληλα, η Άγκυρα δεν διαθέτει δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο, τηρώντας τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων, την οποία υπέγραψε το 1969.
Δηλώσεις που αλλάζουν το κλίμα
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ανώτατοι Τούρκοι αξιωματούχοι θέτουν δημόσια το ζήτημα του «δικαιώματος» της χώρας να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε το 2019 ότι θεωρεί άδικο ορισμένα κράτη να διαθέτουν πυρηνικά όπλα, ενώ άλλες χώρες να αποκλείονται από αυτή τη δυνατότητα.
Τον Ιούλιο του 2025, ο Τούρκος ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν χαρακτήρισε τη Συνθήκη Μη Διάδοσης «δομικά άδικη», υποστηρίζοντας ότι στην πράξη εφαρμόζεται μόνο το σκέλος που αποτρέπει τη διάδοση πυρηνικών, ενώ παραμερίζεται η πυρηνική αποστρατιωτικοποίηση και η υποστήριξη για ειρηνικά πυρηνικά προγράμματα.
Το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου
Στο επίκεντρο βρίσκεται το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου, το οποίο κατασκευάζεται από τη ρωσική κρατική εταιρεία Rosatom. Το έργο, κόστους περίπου 24 δισ. δολαρίων, προβλέπει την εγκατάσταση τεσσάρων αντιδραστήρων και την κάλυψη περίπου του 10% των ετήσιων ενεργειακών αναγκών της Τουρκίας.
Επισήμως, πρόκειται για πρόγραμμα καθαρά πολιτικής χρήσης. Ωστόσο, ειδικοί επισημαίνουν ότι η ανάπτυξη τέτοιας υποδομής δημιουργεί τεχνογνωσία, ανθρώπινο δυναμικό και βιομηχανική βάση που θα μπορούσαν, μακροπρόθεσμα, να αξιοποιηθούν και σε στρατιωτική κατεύθυνση.
Άγκυρα – Ισλαμαμπάντ: Μια στρατηγική προσέγγιση
Παράλληλα, η ενίσχυση των σχέσεων της Τουρκίας με το Πακιστάν, τη μοναδική μουσουλμανική χώρα με πυρηνικά όπλα, προκαλεί ανησυχία. Η συνεργασία αυτή, που αποτυπώθηκε και στη στήριξη της Άγκυρας προς το Ισλαμαμπάντ σε περιφερειακές κρίσεις, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προσφέρει στην Τουρκία πρόσβαση σε τεχνογνωσία και εμπειρία στον πυρηνικό τομέα.
Πυρηνικές φιλοδοξίες και νεο-οθωμανικό όραμα
Οι πυρηνικές επιδιώξεις εντάσσονται, σύμφωνα με αναλυτές, στη συνολική στρατηγική της Τουρκίας να εδραιωθεί ως περιφερειακή δύναμη με φιλοδοξίες αναβίωσης μιας ευρύτερης σφαίρας επιρροής. Η Άγκυρα επενδύει μαζικά στη στρατιωτική της βιομηχανία και δύσκολα θα εγκατέλειπε, έστω και μακροπρόθεσμα, την προοπτική ενίσχυσης της αποτρεπτικής της ισχύος μέσω πυρηνικών δυνατοτήτων.
Εσωτερικές αντιδράσεις και ρωσική εξάρτηση
Στο εσωτερικό της Τουρκίας, η πυρηνική πολιτική δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Κόμματα της αντιπολίτευσης εκφράζουν ανησυχίες για περιβαλλοντικούς κινδύνους, οικολογικές επιπτώσεις και αυξημένη ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμάται ότι όσο ο Ερντογάν παραμένει στην εξουσία –και πιθανώς και μετά– η πυρηνική στρατηγική της χώρας θα συνεχιστεί.
Τι σημαίνει αυτό για το Ισραήλ
Για το Ισραήλ, η εξέλιξη αυτή αποτελεί παράγοντα που πρέπει να ενσωματωθεί στον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό. Ακόμη κι αν η Τουρκία δεν επιδιώξει άμεσα την απόκτηση πυρηνικών όπλων, η συσσώρευση υποδομών, γνώσης και διεθνών διασυνδέσεων ενδέχεται να μεταβάλει τις ισορροπίες αποτροπής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά της Άγκυρας σε μελλοντικές κρίσεις.





