Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προετοιμάζεται να επεκτείνει, ακόμη και εντός των επόμενων ημερών, τον κατάλογο κινεζικών εταιρειών που θεωρείται ότι συνδέονται με τη στρατιωτική ισχύ της Κίνας.
Σύμφωνα με πηγές με γνώση των διεργασιών, στη λίστα ενδέχεται να προστεθεί και ο τεχνολογικός κολοσσός Alibaba, εξέλιξη με σαφές πολιτικό και οικονομικό αποτύπωμα.
Πρόκειται για τον λεγόμενο κατάλογο «1260H» του Πενταγώνου, ο οποίος –αν και δεν επιβάλλει άμεσα κυρώσεις– αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Με βάση νεότερο νομοθετικό πλαίσιο, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας θα απαγορεύεται τα επόμενα χρόνια να συνάπτει συμβάσεις ή να προμηθεύεται προϊόντα και υπηρεσίες από εταιρείες που περιλαμβάνονται σε αυτόν.
Η ένταξη μιας εταιρείας στη συγκεκριμένη λίστα λειτουργεί ταυτόχρονα ως προειδοποιητικό σήμα προς τους προμηθευτές του Πενταγώνου αλλά και προς το σύνολο των ομοσπονδιακών υπηρεσιών των ΗΠΑ, καθώς αποτυπώνει τη θεσμική εκτίμηση της αμερικανικής στρατιωτικής ηγεσίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένες κινεζικές επιχειρήσεις έχουν προσφύγει δικαστικά κατά της Ουάσιγκτον, αμφισβητώντας τη συμπερίληψή τους.
Η χρονική συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς μια επικαιροποίηση του καταλόγου ενδέχεται να προκαλέσει ένταση με το Πεκίνο, λίγους μόλις μήνες μετά την εμπορική εκεχειρία που είχαν συμφωνήσει ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping και ο Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο Οκτώβριο.
Στον υφιστάμενο κατάλογο περιλαμβάνονται ήδη μεγάλα ονόματα της κινεζικής οικονομίας, όπως η Tencent Holdings, ένας από τους μεγαλύτερους τεχνολογικούς ομίλους της χώρας, καθώς και η CATL, κομβικός παίκτης στην παγκόσμια αγορά μπαταριών για ηλεκτρικά οχήματα.
Τον Δεκέμβριο, ομάδα Αμερικανών βουλευτών είχε απευθύνει επιστολή προς τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ, ζητώντας να προστεθούν στη λίστα ακόμη περισσότερες κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek, η κατασκευάστρια έξυπνων κινητών Xiaomi και η BOE Technology, που δραστηριοποιείται στις οθόνες και τα ηλεκτρονικά πάνελ.
Η υπόθεση αναδεικνύει το βάθος της τεχνολογικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Κίνας, με το Πεντάγωνο να χρησιμοποιεί πλέον θεσμικά εργαλεία μακράς πνοής, πέρα από τις κλασικές εμπορικές κυρώσεις.






