Αρνητικά ολοκλήρωσε τις συναλλαγές της Κυριακής το χρηματιστήριο της Σαουδικής Αραβίας, καθώς οι εντεινόμενες ανησυχίες για ενδεχόμενη στρατιωτική κλιμάκωση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν επανέφεραν στο προσκήνιο τους γεωπολιτικούς κινδύνους για τη Μέση Ανατολή.
Η δήλωση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ότι μια αμερικανική επίθεση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε γενικευμένη περιφερειακή σύγκρουση, ενίσχυσε το κλίμα επιφυλακτικότητας στις αγορές, σε μια περίοδο που η Ουάσιγκτον αυξάνει τη ναυτική της παρουσία στην περιοχή. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει την Τεχεράνη ότι δεν αποκλείει παρέμβαση, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα ή συνεχιστεί η καταστολή στο εσωτερικό της χώρας.
Ο βασικός δείκτης της Σαουδικής Αραβίας υποχώρησε κατά 1,9%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ενδοσυνεδριακή πτώση από τον Απρίλιο. Τις απώλειες οδήγησε η μετοχή της κρατικής μεταλλευτικής εταιρείας, η οποία κατέγραψε πτώση σχεδόν 10%, ενώ πιέσεις δέχθηκε και ο ενεργειακός κολοσσός Saudi Aramco με απώλειες άνω του 2%.
Η διόρθωση έρχεται μετά από ισχυρό ράλι άνω του 10% τον Ιανουάριο, όταν το Ριάντ ανακοίνωσε το πλήρες άνοιγμα της χρηματιστηριακής αγοράς σε ξένους επενδυτές από την 1η Φεβρουαρίου.
Μεικτή εικόνα παρουσίασαν οι υπόλοιπες αγορές της περιοχής. Στο Κατάρ, ο βασικός δείκτης κινήθηκε ανοδικά κατά 0,3%, με στήριξη από την άνοδο της μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας. Το θετικό κλίμα ενισχύθηκε και από διπλωματικές κινήσεις αποκλιμάκωσης, καθώς ο πρωθυπουργός του Κατάρ είχε επαφές στην Τεχεράνη με ανώτατους Ιρανούς αξιωματούχους για τη μείωση των εντάσεων.
Στον αντίποδα, το χρηματιστήριο της Αιγύπτου έκλεισε με ήπιες απώλειες, ενώ πτώση σημειώθηκε και στο Ομάν. Κέρδη κατέγραψαν το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, υποδηλώνοντας ότι οι επενδυτές αξιολογούν επιλεκτικά τον κίνδυνο, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.





