Η «δίψα» της τεχνητής νοημοσύνης ξαναζωντανεύει τον άνθρακα – πισωγύρισμα στην καθαρή ενέργεια

Κοινοποίηση:
texniti-noimosini-molynsi-tou-perivallontos-012042026001

Μια αθόρυβη αλλά βαθιά ανατροπή συντελείται στην ενεργειακή πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, με τον άνθρακα να επιστρέφει στο προσκήνιο την ώρα που η τεχνητή νοημοσύνη εκτοξεύει τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια.

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει προχωρήσει σε ανατροπή αυστηρών περιβαλλοντικών κανόνων που είχαν θεσπιστεί τα προηγούμενα χρόνια, παγώνοντας μέτρα που θα περιόριζαν δραστικά τις εκπομπές ρύπων από σταθμούς παραγωγής ενέργειας. Το επιχείρημα είναι σαφές: το ηλεκτρικό σύστημα πρέπει να αντέξει την έκρηξη κατανάλωσης που φέρνουν τα κέντρα δεδομένων και οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Η επιλογή αυτή, ωστόσο, προκαλεί έντονες αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως το Σεντ Λούις, όπου η ποιότητα του αέρα βρίσκεται ήδη σε οριακά επίπεδα. Τοπικές κοινότητες και οργανώσεις επισημαίνουν ότι η διατήρηση παλαιών μονάδων άνθρακα μεταφράζεται σε αυξημένο υγειονομικό κόστος, με περισσότερα περιστατικά αναπνευστικών και καρδιαγγειακών παθήσεων.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η απολιγνιτοποίηση επιβραδύνεται αισθητά: οι αποσύρσεις μονάδων άνθρακα έχουν μειωθεί δραστικά σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, ενώ κυβερνητικές παρεμβάσεις κρατούν εργοστάσια σε λειτουργία για λόγους «ενεργειακής ασφάλειας».

Την ίδια ώρα, η ανάπτυξη τεράστιων κέντρων δεδομένων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα επενδύσεις κολοσσών τεχνολογίας, αυξάνει κατακόρυφα τη ζήτηση για ρεύμα. Εκτιμάται ότι μέχρι το 2030 θα προστεθούν δεκάδες γιγαβάτ νέας κατανάλωσης, ασκώντας πίεση στο σύστημα και ενισχύοντας τη χρήση φθηνότερων αλλά πιο ρυπογόνων πηγών.

Παρά τις διαβεβαιώσεις των αρχών ότι η ενεργειακή επάρκεια αποτελεί προτεραιότητα, οι επικριτές βλέπουν ένα καθαρό πισωγύρισμα: η μάχη για καθαρό αέρα συγκρούεται πλέον ευθέως με την ψηφιακή οικονομία, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα ποιος τελικά πληρώνει το τίμημα της «προόδου».

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: