Την ώρα που η κυβέρνηση του Μητσοτάκη επιμένει να μιλά για «ισχυρή ανάπτυξη» και «σταθερή αποκλιμάκωση της ανεργίας», τα ίδια τα επίσημα στοιχεία σκιαγραφούν μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα. Τον Ιανουάριο του 2026 οι εγγεγραμμένοι άνεργοι στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) ανήλθαν σε 923.853 άτομα. Σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025, η ανεργία αυξήθηκε κατά 7.964 άτομα (+0,9%), συνεχίζοντας ανοδική πορεία που είχε ήδη ξεκινήσει.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ένωση για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 23,67% του εργατικού δυναμικού – ποσοστό που απέχει δραματικά από την εικόνα «κανονικότητας» που προβάλλεται.
Χάσμα στοιχείων και ερωτήματα αξιοπιστίας
Η απόκλιση ανάμεσα στα στοιχεία της ΔΥΠΑ και της Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) παραμένει τεράστια. Τον Δεκέμβριο του 2025, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε 395.436 ανέργους, ενώ στα μητρώα της ΔΥΠΑ οι εγγεγραμμένοι ήταν 915.889. Η διαφορά των 560.985 ατόμων δεν μπορεί να αγνοηθεί και εντείνει τη σύγχυση γύρω από την πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας.
Την ίδια στιγμή, σχεδόν οι μισοί άνεργοι είναι μακροχρόνια άνεργοι: 417.293 άτομα βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας για πάνω από έναν χρόνο. Πρόκειται για μια βαθιά κοινωνική πληγή που δεν θεραπεύεται με πανηγυρικές ανακοινώσεις.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το έντονο γυναικείο πρόσημο της ανεργίας: 594.229 γυναίκες (64,3%) έναντι 329.624 ανδρών. Παρά τις εξαγγελίες περί «ίσων ευκαιριών», η πραγματικότητα δείχνει ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος.
Και ενώ οι αριθμοί προκαλούν ανησυχία, μόλις 261.170 άνεργοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας – περίπου το 28% του συνόλου. Τα αυστηρά κριτήρια επιδότησης αφήνουν εκτός προστασίας την πλειονότητα, ενισχύοντας την αίσθηση εγκατάλειψης.






