Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της ρωσικής Lukoil έχουν προκαλέσει σημαντικές ανακατατάξεις στον ενεργειακό χάρτη του Ιράκ, με ευρύτερες γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Η ρωσική εταιρεία, η οποία εκμεταλλευόταν το κοίτασμα West Qurna 2 –ένα από τα μεγαλύτερα συμβατικά πετρελαϊκά κοιτάσματα παγκοσμίως– αναγκάστηκε να αποσυρθεί από τη λειτουργία του, καθώς οι κυρώσεις κατέστησαν πρακτικά αδύνατη τη συνέχιση της δραστηριότητάς της. Το κοίτασμα αντιστοιχεί περίπου στο 10% της συνολικής παραγωγής πετρελαίου του Ιράκ και στο 0,5% της παγκόσμιας προσφοράς αργού, γεγονός που το καθιστά κρίσιμο για τη διεθνή αγορά.
Η Lukoil κατείχε ποσοστό 75% στο έργο, το οποίο παράγει περισσότερα από 400.000 βαρέλια ημερησίως. Μετά την επιβολή κυρώσεων τόσο στη Lukoil όσο και στη Rosneft, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αιτιολόγησε την απόφαση ως αποτέλεσμα της έλλειψης ουσιαστικής ρωσικής δέσμευσης σε μια ειρηνευτική διαδικασία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Υπό αυτό το βάρος, η Lukoil ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει στην πώληση όλων των διεθνών της περιουσιακών στοιχείων, εγκαινιάζοντας επίσημη διαδικασία υποβολής προσφορών από πιθανούς αγοραστές.
Η ιρακινή κυβέρνηση ανέλαβε προσωρινά τη διαχείριση του West Qurna 2 μέσω της κρατικής Basra Oil Company και αναζητά πλέον νέο στρατηγικό εταίρο για την εκμετάλλευσή του. Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με τη Chevron, η οποία επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της στο Ιράκ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγό χώρα του ΟΠΕΚ και έβδομη παγκοσμίως. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις δεν είναι απλές, καθώς η αμερικανική εταιρεία ζητά σαφώς υψηλότερες αποδόσεις από εκείνες που προσφέρει το υφιστάμενο συμβατικό πλαίσιο του συγκεκριμένου κοιτάσματος.
Η Chevron έχει ήδη επιστρέψει στο Ιράκ με συμφωνία για την ανάπτυξη του έργου Nasiriyah, που περιλαμβάνει ερευνητικά οικόπεδα, το κοίτασμα Balad και επιπλέον περιοχές έρευνας. Παράλληλα, η Βαγδάτη έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε αναθεώρηση του ρυθμιστικού πλαισίου για τα νέα κοιτάσματα, εισάγοντας συμβάσεις κατανομής κερδών αντί των παραδοσιακών τεχνικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Η αλλαγή αυτή, που εφαρμόστηκε το 2024, αποτελεί τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση στο πετρελαϊκό καθεστώς της χώρας εδώ και δεκαετίες και στοχεύει στην προσέλκυση περισσότερων διεθνών επενδύσεων.
Ωστόσο, μεγάλα υφιστάμενα πεδία όπως το West Qurna 2 εξακολουθούν να λειτουργούν με παλαιότερους όρους, οι οποίοι θεωρούνται μη ελκυστικοί από τις διεθνείς πετρελαϊκές. Οι τεχνικές συμβάσεις προβλέπουν σταθερή αμοιβή ανά παραγόμενο βαρέλι, αφού πρώτα επιστραφούν τα κόστη, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την κερδοφορία, ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλών διεθνών τιμών πετρελαίου ή αυξημένων λειτουργικών εξόδων. Αντίθετα, οι συμβάσεις κατανομής κερδών επιτρέπουν στις εταιρείες να λαμβάνουν μερίδιο των εσόδων, προσφέροντας σημαντικά υψηλότερες αποδόσεις.
Υπό τη διαχείριση της Lukoil, το West Qurna 2 θεωρούνταν ένα από τα λιγότερο αποδοτικά έργα στο Ιράκ, κάτι που εξηγεί γιατί η Chevron εμφανίζεται απρόθυμη να δεσμευτεί χωρίς ουσιαστική βελτίωση των οικονομικών όρων. Όπως και άλλες μεγάλες πετρελαϊκές, η Chevron δίνει προτεραιότητα σε έργα που συνδυάζουν υψηλό όγκο παραγωγής με ικανοποιητική απόδοση κεφαλαίων, καθώς λειτουργεί με αυστηρά κριτήρια προς όφελος των μετόχων της.
Οι συνομιλίες μεταξύ της Chevron και της ιρακινής κυβέρνησης συνεχίζονται, με το Υπουργείο Πετρελαίου του Ιράκ να επιβεβαιώνει ότι παραμένουν ανοιχτά αρκετά κρίσιμα ζητήματα. Η ενδεχόμενη ανάληψη του West Qurna 2 από την Chevron δεν έχει σημασία μόνο για το Ιράκ, αλλά και για την ευρύτερη διεθνή αγορά ενέργειας. Η μεταφορά ενός τόσο μεγάλου κοιτάσματος από ρωσικό σε αμερικανικό έλεγχο ενισχύει τον δυτικό γεωπολιτικό αποτύπωμα σε μια κρίσιμη περιοχή και συμβάλλει στη σταθερότητα της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα ειδικότερα, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει κεντρικό ζητούμενο. Η σταθερή λειτουργία ενός κοιτάσματος που καλύπτει σημαντικό μέρος της ιρακινής παραγωγής μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση των διεθνών τιμών, κάτι που λειτουργεί θετικά για μια χώρα καθαρό εισαγωγέα υδρογονανθράκων. Παράλληλα, η αυξημένη εμπλοκή αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών ενδέχεται να ενισχύσει τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα στις ροές πετρελαίου, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο για τη διεθνή ναυτιλία, στην οποία η Ελλάδα διατηρεί ηγετική θέση.





