Εργασία χωρίς προοπτική: Πώς η εποχή της αβεβαιότητας και η πολιτική Μητσοτάκη διέλυσαν τη νέα γενιά

Κοινοποίηση:
premium_photo-1661725357418-fb09ff7c0aae

Η παγκόσμια αγορά εργασίας το 2026 εμφανίζεται, επιφανειακά, σταθερή, όμως κάτω από τους αριθμούς συντελείται μια βαθιά και ανησυχητική μετάλλαξη. Παρά το γεγονός ότι η ανεργία διεθνώς διατηρείται κοντά στο 4,9%, σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, η ποιότητα των θέσεων εργασίας υποχωρεί, η εργασιακή ασφάλεια διαβρώνεται και οι εργαζόμενοι καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας, τεχνολογικής πίεσης και χαμηλών προσδοκιών.

Η τεχνητή νοημοσύνη, οι δημογραφικές εξελίξεις και η εμμονή των εργοδοτών στην «ευελιξία» αλλάζουν ριζικά το τοπίο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη λεγόμενη «Μεγάλη Παραίτηση», διαμορφώνεται πλέον μια αντίστροφη τάση: οι εργαζόμενοι αποσύρονται από την ενεργή αναζήτηση εργασίας, όχι από επιλογή, αλλά από φόβο. Σύμφωνα με έρευνα της πλατφόρμας Monster σε 1.504 εργαζομένους, μόλις το 43% δηλώνει ότι σκοπεύει να αναζητήσει νέα εργασία το 2026, όταν έναν χρόνο πριν το αντίστοιχο ποσοστό άγγιζε το 93%. Η αισιοδοξία έχει αντικατασταθεί από ανασφάλεια και παραίτηση.

Το αυξανόμενο κόστος ζωής είχε ωθήσει πολλούς εργαζόμενους το 2025 να αναζητήσουν καλύτερα αμειβόμενες θέσεις. Σήμερα, όμως, η κυρίαρχη αίσθηση είναι ότι οι ευκαιρίες λιγοστεύουν. Η πλειοψηφία αναμένει αύξηση απολύσεων, ενώ περίπου τέσσερις στους δέκα θεωρούν ότι η αγορά εργασίας θα επιδεινωθεί περαιτέρω ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα παραμείνει στάσιμη. Το αποτέλεσμα είναι το φαινόμενο του «job hugging»: οι εργαζόμενοι μένουν προσκολλημένοι σε θέσεις που δεν τους καλύπτουν, υπό τον φόβο του αγνώστου.

Η αδυναμία βελτίωσης του εισοδήματος οδηγεί πολλούς σε αναζήτηση συμπληρωματικών πηγών. Σχεδόν τα δύο τρίτα των εργαζομένων δηλώνουν ότι θα επιδιώξουν δεύτερη δουλειά, με ένα σημαντικό ποσοστό να εργάζεται ήδη παράλληλα ή να σχεδιάζει να το κάνει μέσα στο 2026. Η επιβίωση αντικαθιστά την επαγγελματική εξέλιξη ως βασική προτεραιότητα.

Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να προσλάβουν προσωπικό. Οι περισσότερες είτε παγώνουν τις προσλήψεις είτε μειώνουν το εργατικό δυναμικό τους, επενδύοντας περισσότερο στην αυτοματοποίηση και την τεχνολογία. Σε έρευνα στελεχών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ, τα δύο τρίτα δήλωσαν ότι δεν σκοπεύουν να αυξήσουν το προσωπικό τους, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η αγορά εργασίας δεν περνά απλώς μια συγκυριακή δυσκολία, αλλά μια δομική αλλαγή.

Αυτή η διεθνής εικόνα αποκτά ακόμα πιο σκοτεινή διάσταση όταν μεταφερθεί στην ελληνική πραγματικότητα. Σε μια χώρα όπου η νεανική ανεργία παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, η κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι μόνο απέτυχε να δημιουργήσει ένα βιώσιμο και αξιοπρεπές πλαίσιο εργασίας για τους νέους, αλλά συνέβαλε ενεργά στη διάλυση κάθε έννοιας επαγγελματικής προοπτικής. Οι ελαστικές μορφές απασχόλησης, οι χαμηλοί μισθοί, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η συστηματική υποβάθμιση των συλλογικών δικαιωμάτων έχουν μετατρέψει την εργασία σε κακοπληρωμένη αναμονή χωρίς μέλλον.

Η κυβέρνηση επενδύει επικοινωνιακά στην «ανάπτυξη» και στα στατιστικά νούμερα, την ώρα που μια ολόκληρη γενιά είτε αναγκάζεται να εργάζεται σε πολλαπλές δουλειές για να επιβιώσει είτε οδηγείται στη μετανάστευση. Οι νέοι δεν φεύγουν από τη χώρα επειδή «δεν προσπαθούν», αλλά επειδή ένα κράτος που όφειλε να τους στηρίξει επέλεξε να τους θυσιάσει στο βωμό της ευελιξίας και των συμφερόντων της αγοράς.

Το 2026 δεν προμηνύεται ως έτος ευκαιριών, αλλά ως χρονιά στασιμότητας και φόβου. Και στην Ελλάδα, η ευθύνη δεν είναι αφηρημένη ή διεθνής. Είναι βαθιά πολιτική και έχει ονοματεπώνυμο.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response