Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε από το ταξίδι του στο Ντιτρόιτ και μετέβη άμεσα στον Λευκό Οίκο για να προεδρεύσει συνεδρίασης των επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, με αντικείμενο την κρίση στο Ιράν και τις μαζικές διαδηλώσεις στη χώρα. Η συνεδρίαση συγκεντρώνει κορυφαία στελέχη της άμυνας και των μυστικών υπηρεσιών καθώς η Ουάσινγκτον ζυγίζει μια σειρά από επιλογές, από διπλωματικές πρωτοβουλίες έως στρατιωτικές αντιδράσεις.
Στο «τραπέζι» της συζήτησης βρέθηκαν ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ, στελέχη που είχαν ήδη συναντηθεί νωρίτερα μέσα στην ημέρα με τον πρόεδρο, σύμφωνα με δημοσιεύματα. Το γεγονός ότι σε μερικά μέρη του μηχανισμού υπάρχει ώθηση υπέρ της διπλωματίας, υπό την ηγεσία του αντιπροέδρου J.D. Vance, συγκρούεται με τη διάθεση του προέδρου προς αυστηρότερες, συμπεριλαμβανομένων και στρατιωτικών, λύσεις.
Κατά πληροφορίες, η συνεδρίαση των αρχηγών άρχισε νωρίς το απόγευμα της Τρίτης (περίπου 16:00 ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ, περίπου 23:00 ώρα Ελλάδος), με τον αντιπρόεδρο Vance αρχικά να προεδρεύει και στη συνέχεια να παραδίδει τη διεύθυνση στον ίδιο τον πρόεδρο. Η Wall Street Journal είχε περιγράψει τις εσωτερικές προσπάθειες του Vance και άλλων συμβούλων να πείσουν τον Τραμπ να δοκιμάσει πρώτα διπλωματικές οδούς πριν προχωρήσει σε αντίποινα.
Η εικόνα που βγαίνει από τις συνεδριάσεις και τα ρεπορτάζ είναι διττή: από τη μία υπάρχει σαφής προθυμία στελεχών να αξιοποιήσουν διαύλους επικοινωνίας και κυρώσεις, από την άλλη ο ίδιος ο πρόεδρος έχει προειδοποιήσει ότι δεν αποκλείει στρατιωτικές επιχειρήσεις εάν το Ιράν κλιμακώσει την καταστολή των διαδηλώσεων. Αναλυτές προειδοποιούν ότι κάθε απόφαση για στρατιωτική δράση θα έχει ευρείες γεωπολιτικές συνέπειες και θα απαιτήσει λεπτό συντονισμό με συμμάχους και Κογκρέσο.
Η συνεδρίαση, όπως αποτυπώνουν τα δημοσιεύματα, σηματοδοτεί μια κρίσιμη στιγμή στη χάραξη της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Ιράν — μεταξύ ρητορικής πίεσης, πραγματικής στρατιωτικής ετοιμότητας και εσωτερικού «φρένου» από συμβούλους που προτιμούν μια διπλωματική έξοδο. Οι επόμενες ημέρες αναμένεται να δείξουν αν η Ουάσινγκτον θα προχωρήσει σε περιορισμένες κυρώσεις και διαβουλεύσεις ή θα επιλέξει πιο ριζοσπαστικά μέτρα.






