Μια βαριά, σχεδόν ασήκωτη οικονομική σκιά απλώνεται πάνω από την παγκόσμια υγεία: νέοι υπολογισμοί, βασισμένοι σε στοιχεία από 204 χώρες και δημοσιευμένοι στο περιοδικό «Nature Medicine», εκτιμούν ότι ο συνολικός οικονομικός αντίκτυπος του σακχαρώδη διαβήτη θα φτάσει στα 78,8 τρισεκατομμύρια δολάρια για την περίοδο 2020–2050, όταν στη μέτρηση ενσωματωθεί και η άτυπη φροντίδα που παρέχουν οικογένειες.
Η έρευνα, με συμμετοχή επιστημόνων από πανεπιστήμια και διεθνή ερευνητικά ινστιτούτα, υπολόγισε τον αντίκτυπο συνδυάζοντας απώλειες στην αποτελεσματική προσφορά εργασίας εξαιτίας θνησιμότητας και νοσηρότητας, την ανακατανομή πόρων και το κόστος της άτυπης φροντίδας. Εξαιρώντας την άτυπη φροντίδα, η οικονομική επιβάρυνση υπολογίζεται σε 10,2 τρισ. δολάρια, ποσό που ισοδυναμεί περίπου με το 0,22% του ετήσιου παγκόσμιου ΑΕΠ. Όταν όμως προστεθεί το άτυπο κόστος, το ποσό εκτοξεύεται — με εκτιμήσεις που κυμαίνονται από 5,5 έως 152,1 τρισ. δολάρια, ανάλογα με τις παραδοχές, και με μέγιστη επιβάρυνση που φτάνει έως 1,7% του ΑΕΠ σε κάποιες εκδοχές.
Παρά το γεγονός ότι ο διαβήτης εμφανίζεται συχνότερα σε χώρες με χαμηλότερο εισόδημα, το βαρύτερο οικονομικό φορτίο, σε απόλυτα μεγέθη, το επωμίζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την Κίνα και την Ινδία να ακολουθούν. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Τσεχία εμφανίζει την υψηλότερη επιβάρυνση (0,5%), ενώ οι ΗΠΑ και η Γερμανία ακολουθούν στο 0,4%. Κατά κεφαλήν επιβάρυνση, ξεχωρίζουν χώρες όπως η Ιρλανδία, το Μονακό και οι Βερμούδες.
Μια παράπλευρη ανάλυση της μελέτης έδειξε επίσης ότι η επιβάρυνση του διαβήτη αυξάνεται περαιτέρω όταν ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της πανδημίας Covid-19, καθώς ο διαβήτης αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για θνησιμότητα και σοβαρή νόσηση από τον ιό. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι οικονομικές συνέπειες της νόσου δεν περιορίζονται μόνο στα άμεσα ιατρικά έξοδα, αλλά αγγίζουν την παραγωγική ικανότητα των κοινωνιών και την αντοχή των οικογενειών που παρέχουν φροντίδα.
Οι συγγραφείς καταλήγουν σε αυστηρό μήνυμα: η άνιση κατανομή του βάρους και το τεράστιο οικονομικό κόστος καθιστούν επείγουσα την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις πρόληψης, πολιτικές προώθησης υγιεινών τρόπων ζωής και ενίσχυσης της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Καθώς ο κόσμος μετράει τις συνέπειες, η προτεραιότητα, σύμφωνα με τους ερευνητές, πρέπει να δοθεί στην πρόληψη ώστε να μειωθεί όχι μόνο το ανθρώπινο αλλά και το οικονομικό τίμημα του διαβήτη.





