Κλίμα έντονης ανησυχίας και σοβαρών προβληματισμών διαμορφώνεται τις τελευταίες ημέρες, καθώς κορυφαίοι Τούρκοι στρατιωτικοί αναλυτές και πρώην αξιωματούχοι επαναφέρουν ανοιχτά σενάρια πολεμικής σύγκρουσης, την ίδια στιγμή που Αθήνα και Άγκυρα προετοιμάζονται για τη συνάντηση Ερντογάν–Μητσοτάκη στην Άγκυρα τον Φεβρουάριο. Το πολιτικό και στρατιωτικό παρασκήνιο γίνεται ολοένα και πιο βαρύ, ενώ από ελληνικής πλευράς η στάση της κυβέρνησης μοιάζει να περιορίζεται σε διαχειριστική αδράνεια και ρητορική «χαμηλών τόνων», ακόμη και μπροστά σε ευθείες απειλές.
Στο επίκεντρο της τουρκικής ρητορικής βρίσκεται ξανά ο απόστρατος ναύαρχος Cem Gürdeniz, ο άνθρωπος που θεωρείται ο «πατέρας» του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ο Gürdeniz δεν διστάζει να μιλά δημόσια για μελλοντική στρατιωτική σύγκρουση, προσδιορίζοντας ως πιθανά θέατρα πολέμου είτε την Κύπρο είτε ακόμη και την Αλεξανδρούπολη. Πρόκειται για δηλώσεις που δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλές προσωπικές απόψεις, καθώς εκφράζουν έναν ευρύτερο στρατηγικό τρόπο σκέψης που διαπερνά σημαντικό τμήμα του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου.
Σε διπλωματικό επίπεδο, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έρχεται να ενισχύσει αυτό το κλίμα, μιλώντας για «μόνιμη λύση» στο Αιγαίο και ξεκαθαρίζοντας ότι στο τραπέζι των συζητήσεων θα τεθούν τα χωρικά ύδατα και η υφαλοκρηπίδα. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα προαναγγέλλει ευθέως αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, επικαλούμενη μάλιστα «μακροπρόθεσμο όραμα και πολιτική βούληση». Κι όμως, από την ελληνική κυβέρνηση δεν ακούγεται τίποτα πέρα από γενικόλογες αναφορές στον διάλογο και στη διεθνή νομιμότητα.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υπενθυμίζει ότι η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο ασκείται σήμερα στα 6 ναυτικά μίλια, αφήνοντας θεωρητικά ανοιχτό το ενδεχόμενο επέκτασης, όπως συνέβη με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Ωστόσο, χωρίς σαφή στρατηγική, χωρίς χρονοδιάγραμμα και χωρίς ξεκάθαρα μηνύματα αποτροπής, αυτές οι δηλώσεις περισσότερο καταγράφουν αδυναμία παρά αποφασιστικότητα. Η ελληνική πλευρά μοιάζει να πηγαίνει στη συνάντηση της Άγκυρας ως παρατηρητής των εξελίξεων και όχι ως ισότιμος παίκτης.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι τοποθετήσεις Gürdeniz και του καθηγητή Δρ. Φαχρί Ερενέλ είναι αποκαλυπτικές. Αναλύουν ανοιχτά σενάρια σύγκρουσης, με την Κύπρο να παρουσιάζεται ως το πιο «εύκολο» πεδίο έντασης, λόγω της εγγύτητάς της με τις τουρκικές ακτές. Σύμφωνα με τη δική τους λογική, η γεωγραφία επιτρέπει στην Τουρκία να πλήξει στόχους μέσα σε ελάχιστα λεπτά, καθιστώντας ακόμη και μεγάλες ναυτικές πλατφόρμες δευτερεύουσας σημασίας.
Οι ίδιοι αναλυτές επιμένουν ότι για την Τουρκία η ναυτική ισχύς είναι ζήτημα επιβίωσης, αφού η χώρα περιβάλλεται από θάλασσες από τρεις πλευρές. Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να υποστηρίζουν ότι απειλές μπορεί να προκύψουν όχι μόνο από την Κύπρο, αλλά και από τη Θράκη και ειδικότερα την Αλεξανδρούπολη, αναβαθμίζοντας έτσι την περιοχή σε δυνητικό πεδίο σύγκρουσης. Πρόκειται για επικίνδυνη ρητορική, που θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμό στην Αθήνα.
Ακόμη και στο ζήτημα των εξοπλισμών, ο Gürdeniz εμφανίζεται ρεαλιστής, προειδοποιώντας ότι τα αεροπλανοφόρα και τα μεγάλα πλοία αποτελούν εύκολους στόχους σε έναν σύγχρονο πόλεμο και ότι η απώλειά τους μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες στο ηθικό. Αντιθέτως, επιμένει στη σημασία των υποβρυχίων ως βασικού εργαλείου αποτροπής. Οι αναφορές σε παραδείγματα όπως οι απώλειες του ρωσικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα δείχνουν ότι η τουρκική στρατηγική σκέψη βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η «Γαλάζια Πατρίδα» παραμένει ο κεντρικός άξονας της τουρκικής στρατηγικής, με ξεκάθαρη στόχευση στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο. Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση δείχνει εγκλωβισμένη σε μια πολιτική απάθειας, ελπίζοντας ότι ο διάλογος από μόνος του θα αποτρέψει την ένταση. Όμως όταν η άλλη πλευρά μιλά ανοιχτά για πόλεμο και αμφισβήτηση συνόρων, η απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής και αποφασιστικής στάσης δεν είναι επιλογή ειρήνης — είναι συνταγή επικίνδυνης υποχώρησης.





