Αυτό είναι το αμφιθεατρικό χωριό της Λάρισας που αποτελεί ένα μωσαϊκό ανθρώπων

Κοινοποίηση:
18284458-xorio-kissavos-2

Δεν είναι απλώς ένα χωριό χαραγμένο στον χάρτη. Η Όσσα είναι ένας τόπος μνήμης, τόπος περάσματος και ριζώματος μαζί. Είναι μια ανάσα του Κισσάβου που κατεβαίνει στον κάμπο, ένα βλέμμα στραμμένο ταυτόχρονα προς τα πίσω στους αιώνες και προς τα μπρος στη ζωή που συνεχίζεται.

Χτισμένη στους πρόποδες του βουνού, εκεί όπου η πέτρα μαλακώνει και γίνεται χώμα εύφορο, η Όσσα στέκει σαν φρουρός του χρόνου. Ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο, ανάμεσα στη σιωπή των πλαγιών και στο βουητό της ιστορίας.

Η αφήγηση της αρχίζει βαθιά, στον 15ο αιώνα, όταν το όνομα της αντηχεί ως Χισαρλίκ (Σαρλίκ). Μετά την οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλίας (1423–1881), ο τόπος αλλάζει πρόσωπο. Ο Τουρχάν Μπέης φέρνει εδώ νομάδες κτηνοτρόφους από το Ικόνιο τους Γιουρούκους ή Κονιάρηδες. Εκείνοι βρίσκουν μια γη σχεδόν έρημη οι Έλληνες, κυνηγημένοι από επιδρομές και φόβο, είχαν τραβήξει ψηλότερα, στην αγκαλιά του Κισσάβου, ιδρύοντας τη Σπηλιά, για να σωθούν και να επιβιώσουν.

Στην έρημη αυτή γη, οι Οθωμανοί θεμελιώνουν νέους οικισμούς και χαρίζουν ονόματα που επιβιώνουν ως σήμερα. Το Χισαρλίκ, καταγεγραμμένο το 1677 ως Χισαρλίκ ορντί, σημαίνει φρούριο του στρατοπέδου από το hisar και το ordu. Και πράγματι, ο τόπος αυτός υπήρξε φρούριο όχι μόνο στρατιωτικό, αλλά και γεωγραφικό, ανθρώπινο, ιστορικό.

Ο πρώτος οικισμός χτίστηκε στη θέση Γκαράντιρε. Όχι τυχαία. Το σημερινό χωριό τότε ήταν γεμάτο μπάρες και νερά επικίνδυνα, ενώ από εκείνη τη θέση υπήρχε καθαρή οπτική επαφή με τη Σπηλιά μια αόρατη κλωστή ασφάλειας και επικοινωνίας.

Με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, το Ασαρλίκ και μετέπειτα Όσσα μετρά 420 ψυχές. Λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στο 1896, περίπου 100 οικογένειες ζουν εδώ. Το χωριό αλλάζει ρίζες και πρόσωπο. Χριστιανοί από τη Σπηλιά, αλλά και άνθρωποι με καταγωγή από τη Χίο και τα Ψαρά, κατεβαίνουν και εγκαθίστανται.

Η μνήμη της Χίου και ιδιαίτερα του μαρτυρικού Ανάβατου δεν χάνεται. Ζει σε επώνυμα, σε αφηγήσεις, αλλά κυρίως ζει στο Ζεμπέλι. Έναν χορό που δεν χορεύεται απλώς αλλά διηγείται. Αγώνες, μάχες, έρωτες, πίκρες, ελπίδες. Έναν χορό που ακόμη και σήμερα, τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, σηκώνει το χώμα της Όσσας και μοιάζει να φέρνει μαζί του τον αέρα του Αιγαίου, σαν κύμα που πέρασε τον Κίσσαβο για να ριζώσει στον θεσσαλικό κάμπο.

Μετά την ελευθερία, υψώθηκε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, πολιούχου του χωριού. Και λέγεται σαν θρύλος που ψιθυρίζεται πως το πετρόχτιστο καμπαναριό της γεννήθηκε από τις πέτρες του παλιού τζαμιού. Μια σιωπηλή μεταμόρφωση μια συνέχεια μέσα από την αλλαγή.

Η Όσσα γίνεται αυτόνομη κοινότητα. Σμίγουν εδώ γηγενείς, Καραγκούνηδες, Σαρακατσαναίοι, Λιδορικιώτες. Ένα μωσαϊκό ανθρώπων που έμαθαν να ζουν μαζί, να δουλεύουν τη γη και να σέβονται τον τόπο.

Σιτάρι, καπνός, κουκιά, φακές. Στάνες γεμάτες ζωή. Νερά άφθονα, πηγές, μπάρες και η βρύση Γκουρού στον Φαρδιόλακα νερό που έθρεψε ανθρώπους και ζώα. Κι ύστερα, τα καράβια της ξενιτιάς τη δεκαετία του ’20 και του ’30, πολλοί φεύγουν για την Αμερική, κουβαλώντας την Όσσα μέσα τους σαν φυλαχτό.

Στους πολέμους, η Όσσα δεν έλειψε. Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 θρήνησε δέκα παλικάρια. Και η φύση δοκίμασε το χωριό σκληρά με σεισμό και πλημμύρες όλες τους πληγές βαθιές.

Ύστερα ήρθε η ανοικοδόμηση. Με το νερό της πηγής Γερακλής να φτάνει στο χωριό, το φως να μπαίνει στα σπίτια και το σχολείο να γεμίζει παιδιά. Το χωριό στέκεται ξανά όρθιο. Η πλατεία γίνεται καρδιά, η γέφυρα ενώνει, ο δρόμος ανοίγει.

Ο αθλητισμός, ο συνεταιρισμός, η συλλογικότητα κρατούν την Όσσα ζωντανή. Και σήμερα, με περίπου 700 κατοίκους το χωριό απλώνεται αμφιθεατρικά, αγναντεύοντας τον Κίσσαβο και τον κάμπο.

Οι άνθρωποί της φιλόξενοι, γελαστοί και εργατικοί συνεχίζουν. Καλλιεργούν, δημιουργούν, προσφέρουν. Κι ανάμεσα στις κούλιες της Τουρκοκρατίας, στα κυπαρίσσια φύλακες του χρόνου, στις εκκλησιές και στις πλατείες, η Όσσα ανασαίνει.

Η Όσσα σήμερα δεν είναι απλώς τόπος κατοικίας. Είναι τόπος επιστροφής.

Ένας τόπος που δεν αφηγείται απλώς την ιστορία του, την ζει και την προσφέρει σε όποιον σταθεί να την ακούσει.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response