Οι ενέσεις απώλειας βάρους, όπως η σεμαγλουτίδη, θεωρήθηκαν τα τελευταία χρόνια επανάσταση στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Σε κλινικές δοκιμές, οι συμμετέχοντες έχασαν κατά μέσο όρο 15% έως 20% του σωματικού τους βάρους, ποσοστά που μέχρι πρότινος έμοιαζαν σχεδόν αδύνατα με τα παραδοσιακά προγράμματα διατροφής και άσκησης.
Ωστόσο, πίσω από τα εντυπωσιακά αποτελέσματα αρχίζει να διαφαίνεται μια κρίσιμη «παγίδα»: μετά τη διακοπή της αγωγής, το βάρος επιστρέφει. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι περισσότεροι ασθενείς πληρώνουν ιδιωτικά τις ενέσεις με κόστος 120 έως 250 λίρες τον μήνα, περισσότεροι από τους μισούς διακόπτουν τη θεραπεία μέσα στον πρώτο χρόνο, κυρίως για οικονομικούς λόγους.
Το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα τριών επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, το χαμένο βάρος επανέρχεται σχεδόν πλήρως μέσα σε 18 μήνες από τη διακοπή. Όπως επισημαίνουν, η επαναπρόσληψη κιλών συμβαίνει «εκπληκτικά γρήγορα», σχεδόν τέσσερις φορές ταχύτερα σε σύγκριση με ό,τι παρατηρείται μετά τη διακοπή προγραμμάτων βασισμένων στη διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι μαζί με τα κιλά χάνονται και τα οφέλη για την υγεία: η αρτηριακή πίεση, η χοληστερόλη και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα επιστρέφουν στα αρχικά επίπεδα. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα φάρμακα αυτά ίσως χρειάζεται να λαμβάνονται μακροπρόθεσμα, ακόμη και εφ’ όρου ζωής, για να διατηρηθούν τα αποτελέσματα.
Παρότι ορισμένοι ιδιωτικοί πάροχοι συνδυάζουν τη φαρμακευτική αγωγή με εντατική υποστήριξη, η ανασκόπηση της ομάδας της Οξφόρδης έδειξε ότι, αν και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επιπλέον απώλεια βάρους κατά μέσο όρο 4,6 κιλά, δεν φαίνεται να επιβραδύνει την επαναπρόσληψη μετά τη διακοπή των ενέσεων.
Το ζήτημα αποκτά και κοινωνική διάσταση. Η ταχεία επιστροφή των κιλών εγείρει ερωτήματα για το αν αυτές οι θεραπείες αποτελούν βιώσιμη επένδυση για τα δημόσια συστήματα υγείας. Η παχυσαρκία πλήττει συχνότερα κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες ομάδες, οι οποίες δυσκολεύονται να αντέξουν το κόστος μιας μακροχρόνιας ιδιωτικής θεραπείας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Εθνικό Σύστημα Υγείας χορηγεί τα φάρμακα μόνο σε άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία και σοβαρές συνοδές παθήσεις, αφήνοντας πολλούς εκτός, εκτός αν πληρώσουν από την τσέπη τους.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι το κόστος ενδέχεται να μειωθεί στο μέλλον, καθώς λήγουν πατέντες και αναπτύσσονται φθηνότερες, από του στόματος εκδοχές, αλλά αυτό δεν αναμένεται σύντομα. Μέχρι τότε, υπογραμμίζουν ότι τα παραδοσιακά προγράμματα διαχείρισης βάρους παραμένουν βασικός πυλώνας αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, με λύσεις όπως η ολική αντικατάσταση διατροφής για περιορισμένο χρονικό διάστημα να προσφέρουν συγκρίσιμα αποτελέσματα, με σαφώς χαμηλότερο οικονομικό κόστος.






