Ευθύμης Μπακατσιάς, ο μπασκετμπολίστας που μάρκαρε ο Τζόρνταν! (ΦΩΤΟ)

Κοινοποίηση:
Bakatsias+Jordan

Υπάρχουν πολλές κατηγορίες αθλητών. Αναμφίβολα έχουμε τους σταρ, εκείνους που κουβαλάνε ομάδες, πρωταγωνιστούν σε διαφημίσεις και λατρεύονται παθολογικά από την εξέδρα. Στο απέναντι άκρο, κάθονται οι ρολίστες, εκείνοι δηλαδή που δεν θα δουν ποτέ το όνομά τους σε κάποιο πρωτοσέλιδο, ούτε θα γίνουν σύνθημα από τον κόσμο, όμως χωρίς αυτούς η δουλειά δεν μπορεί να γίνει. Και κάπου στη μέση, οι ‘σταρ της μιας βραδιάς’, αυτοί που μπορεί να φορέσουν για ένα βράδυ τον μανδύα του πρωταγωνιστή, όμως συνήθως περιορίζονται σε δεύτερους μα πάντα ουσιαστικούς ρόλους.

Ο Ευθύμης Μπακατσιάς πάλι, μοιάζει να είναι μια κατηγορία μόνος του. Ξεκίνησε ως πρωταγωνιστής, συνέχισε ως απαραίτητο γρανάζι σε μια ομάδα γεμάτη πανάκριβους σταρ και έμεινε στην ιστορία ως μια αξέχαστη φιγούρα που βρέθηκε να παίζει σε λάθος εποχή. Ένα ψηλό πλέι μέικερ πριν αυτά γίνουν μόδα, ένας αθλητής που δεν άκουσε ποτέ το όνομά του να γίνεται σύνθημα, όμως ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, στη θέα του προκαλούνται αυθόρμητα χαμόγελα νοσταλγίας και συμπάθειας. Κι ας λέει ο ίδιος ότι τον χαιρετάνε μόνο σε εφορίες και τράπεζες. Λίγο είναι αυτό βρε Ευθύμη;

Η ιστορία θα γράψει πως ο Θύμιος έχει υπάρξει συμπαίκτης με θρύλους όπως ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Φασούλας, ο Τάρπλεϊ, ο Πάσπαλι και ο Έντι Τζόνσον, έχει μαρκάρει τον Ρέτζι Μίλερ, τον Τζόρτζεβιτς και τον Μαρτσουλιόνις, έχει σηκώσει την Ευρωλίγκα και έχει συμμετάσχει σε Παγκόσμιο και Ολυμπιάδα. Μα πάνω απ’ όλα, η ιστορία οφείλει να γράψει ότι ο Ευθύμης Μπακατσιάς αισθάνεται απόλυτα ευτυχισμένος και ολοκληρωμένος με όσα πέτυχε.

Αυτό τουλάχιστον εισέπραξα εγώ, έπειτα από μια απολαυστική κουβέντα μαζί του, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα, στο γήπεδο της Νήαρ Ηστ, την έδρα του Παγκρατίου όταν ο ίδιος έκανε τα πρώτα του μπασκετικά βήματα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας, ο Ευθύμης επανέλαβε πολλές φορές τις φράσεις “ωραία ήταν” και “μια χαρά” ενθυμούμενος μια μπασκετική ιστορία από το παρελθόν, σαν να εντυπωσιαζόταν κι ο ίδιος με αυτά που περιέγραφε. Και κάθε φορά που ανύψωνε τον εαυτό του αναφέροντας εκείνη τη φορά που είχε κλέψει τη μπάλα από τον Γκάλη ή την άλλη που είχε σταματήσει τον Ρέτζι Μίλερ, φρόντιζε αμέσως να τον επαναφέρει στο έδαφος, συμπληρώνοντας πως “εντάξει, έτυχε”.

Τίποτα δεν τυχαίνει όμως κι όσο τα χρόνια περνάνε, ο Ευθύμης Μπακατσιάς μοιάζει να βρίσκει τη θέση που του αξίζει στα βιβλία της μπασκετικής ιστορίας. Ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα αποκτήσει και το δικό του κεφάλαιο, με κεντρική φωτογραφία αυτή που τον μαρκάρει ο Τζόρνταν. Την ατάκα “ποιος είναι αυτός δίπλα στον Μπακατσιά;” άλλωστε, φρόντισε να την πει ο ίδιος γελώντας, επιβεβαιώνοντας ότι εκτός από ήσυχη συνείδηση, έχει χιούμορ και πλήρη αυτογνωσία. Το μόνο που του λείπει, είναι το καλό τρίποντο.

Η μπασκετική παρέα του Παγκρατίου

Καθισμένος στον πάγκο του γηπέδου της Νήαρ Ηστ, ο Ευθύμης Μπακατσιάς ξεκίνησε να αναπολεί τα πρώτα του, ερασιτεχνικά ακόμα χρόνια στα παρκέ, με τη φανέλα του Παγκρατίου. Περιγράφοντας με ενθουσιασμό ένα γήπεδο γεμάτο όρθιους θεατές, αφού τότε δεν υπήρχαν εξέδρες, καταλάβαινα πόσο του λείπει εκείνη η πιο αθώα μπασκετική εποχή. Κάτι που αργότερα θα επιβεβαίωνε κι ο ίδιος. Κι όμως, όλα άρχισαν ‘κατά λάθος’.

Πήγα στο Παγκράτι σε ηλικία 9 ετών απλά και μόνο επειδή έπαιζε εκεί ο αδερφός μου. Κόλλησα και σιγά-σιγά μπήκε μέσα μου το μικρόβιο

Λίγα χρόνια αργότερα, στα 12 μου, συμμετείχαμε σε κάποια χριστουγεννιάτικα τουρνουά τα οποία διοργάνωνε η ομοσπονδία στο ΟΑΚΑ και ακολούθησαν κλήσεις σε κλιμάκια της Εθνικής σε επίπεδο Παμπαίδων και Παίδων. Ήμουν κοντός τότε, ψήλωσα ξαφνικά στο τέλος της Δευτέρας Γυμνασίου, μέσα σ’ ένα καλοκαίρι πήρα 14 πόντους. Γι’ αυτό συνέχισα να παίζω και στα γκαρντ, αν ήμουν ψηλός από μικρός μάλλον θα με είχαν πάει για σέντερ και δεν θα έπαιζα ποτέ”.

Στη δική μας εποχή το μπάσκετ ήταν απλά διασκέδαση. Το κάναμε για την πλάκα, ήμασταν μια καλή μπασκετική παρέα στο Παγκράτι και θέλαμε να προχωρήσουμε όλοι μαζί. Ο Ντίνος Καλαμπάκος, ο Παναγιώτης Καρατζάς κι εγώ, που ήμουν 3-4 χρόνια μικρότερος κι είχα μπει στο ανδρικό από τα 15 μου. Φεύγαμε μαζί από το γήπεδο, διασκεδάζαμε, περνάγαμε το χρόνο μας σαν παρέα και φτάσαμε με το Παγκράτι στην Α1”.

Όπου πήγαινε ο Γιάννης Ιωαννίδης ακολουθούσε μια πρόταση, είχε ξεκινήσει από το 1987 και τον Άρη. Δεν έγινε ποτέ η μεταγραφή γιατί το Παγκράτι είχε άλλες βλέψεις. Δεν υπήρχαν συμβόλαια τότε, υπήρχαν δελτία και ατάκες του στιλ ‘θα σου καρφώσουμε το δελτίο στο ταβάνι’. Το ξέρανε ότι ήθελα να φύγω, όποιος είχε τέτοια πρόταση θα το ήθελε, όμως είχαν μια διαφορετική λογική στην ομάδα, είχαν επενδύσει σε μένα και στόχευαν στην άνοδο στην Α1. Με δυσκολία έφυγαν ο Ντίνος κι ο Παναγιώτης το 1991 και αναγκαστικά έφυγα κι εγώ δυο χρόνια αργότερα. Άλλες βλέψεις είχα εγώ κι άλλες το Παγκράτι, χρειαζόταν και μια ενίσχυση που θα την έβρισκε μέσα από τη μεταγραφή μου κι έτσι ήρθε η μετακίνησή μου στον Ολυμπιακό”.

“Ο χαμένος τελικός μας έκανε καλό”

Το καλοκαίρι του 1993, η πίεση του Γιάννη Ιωαννίδη αποδίδει επιτέλους καρπούς και ο Ευθύμης Μπακατσιάς αφήνει το Παγκράτι για τον πρωταθλητή Ολυμπιακό του Πάσπαλι, του Φασούλα, του Τάρλατς, του Σιγάλα αλλά και του παλιόφιλου Παναγιώτη Καρατζά. Από πρωταγωνιστής, θα πρέπει πια να προσαρμοστεί σε έναν διαφορετικό ρόλο, υψηλότερων απαιτήσεων. Ένας άλλος κόσμος ανοίγεται για τον 25χρονο τότε Θύμιο.

Η διαφορά σε σχέση με το Παγκράτι ήταν χαώδης, σαν οργάνωση αλλά και σαν παροχές, στον Ολυμπιακό τα πάντα λειτουργούσαν σε επαγγελματικά πλαίσια. Υπήρχαν όμως και τεράστιες απαιτήσεις, ήταν δύσκολη εποχή. Δεν έχω παράπονο, ούτε θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου αλλιώς, αλλά αν με ρωτάς πότε ευχαριστιόμουν το μπάσκετ πιο πολύ, θα σου πω ότι στο ερασιτεχνικό είχε περισσότερη πλάκα, όταν παίζεις στα 19 σου στην Α2 το βλέπεις σαν παιχνίδι. Πίεση υπήρχε και στο Παγκράτι, άλλωστε κι εκεί είτε κυνηγούσαμε την άνοδο, είτε την παραμονή. Στον Ολυμπιακό όμως είχες από πίσω και τον κόσμο, η πίεση ήταν τεράστια. Πέρασα καλά βέβαια, δεν θα το άλλαζα με τίποτα”.

Στον Ολυμπιακό υπήρχαν παίκτες οι οποίοι και θεωρητικά αλλά και πρακτικά ήταν σε άλλο επίπεδο από μένα. Το βασικότερο στοιχείο εκείνης της ομάδας όμως, ήταν ότι συμπληρώναμε ο ένας τον άλλο, ήξερε ο καθένας τον ρόλο του μέσα στην ομάδα. Φεύγοντας από το Παγκράτι, είχα αποδεχθεί ότι δεν θα βάζω πια 20 πόντους σε κάθε παιχνίδι, ούτε θα έχω ασυλία αν κάνω όποια βλακεία μου έρθει στο κεφάλι. Διαφορετικά πράγματα ζητούσαν από τις ‘βεντέτες’ -και τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιώ με πολύ καλή έννοια- και διαφορετικά από μένα. Ξέραμε όλοι όμως ότι χωρίς ο ένας τον άλλο, δεν θα καταφέρναμε τίποτα”.

Ο Κόκκαλης ήταν ένας εξαιρετικός πρόεδρος. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει κάποιος που να έχει παράπονο από τη συμπεριφορά του. Ήταν μαζί μας σε όλα τα παιχνίδια, ερχόταν στις προπονήσεις πριν από σημαντικούς αγώνες, όλα μας τα θέματα ήταν λυμένα, ξυπνούσαμε το πρωί κι έπρεπε να ασχοληθούμε μόνο με το μπάσκετ”.

Κατά τη διάρκεια της σεζόν, ο Γιάννης Ιωαννίδης ήταν σκληρός, και στην προπόνηση και στο παιχνίδι και στην κριτική του. Ό,τι είχε να πει, θα στο έλεγε στα ίσια. Αν άντεχες, έμενες. Έφτιαξε τον Ολυμπιακό όμως. Με όλα τα συστατικά του βέβαια, με μια πολύ καλή διοίκηση, ένα εξαιρετικό προπονητικό τιμ, τους παίκτες, τη στήριξη προς αυτούς. Για να χτιστεί μια ομάδα με τις προδιαγραφές του Ολυμπιακού έπρεπε να έχει όλο το πακέτο. Υπήρχε όμως η σωστή επιλογή από τον Σωκράτη Κόκκαλη, ως προς τον ποιον προπονητή χρειάζεται η ομάδα ώστε να γίνει μεγάλη. Η επιτυχία της ομάδας ίσως κράτησε τόσα χρόνια επειδή χάσαμε τον τελικό στο Τελ Αβίβ”. Ώπα, για μισό λεπτό. Πώς γίνεται αυτή η μαύρη βραδιά, που ακόμα προκαλεί ‘εφιάλτες’ στους Ολυμπιακούς να είχε θετικό αντίκτυπο;

Διατηρήθηκε ο κορμός της ομάδας, είδαν όλοι πόσο κοντά φτάσαμε στην επιτυχία και ότι με κάποιες μικρές αλλαγές θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε ξανά τον τίτλο, όπως και κάναμε για τα επόμενα 4 χρόνια. Αυτή η αποτυχία ήταν ένα κομμάτι που μας κράτησε μαζί σαν ομάδα

Ας θυμηθούμε όμως την πρώτη χρονιά του Ευθύμη με τα ‘ερυθρόλευκα’ από την αρχή της.  “Ήταν μια καταπληκτική χρονιά, φαινόταν από το ξεκίνημά της. Μπορεί να ήταν και η καλύτερη χρονιά του Ολυμπιακού σε άμυνα και επίθεση, όσον αφορά το θέαμα, την ουσία, τα πάντα. Φτάσαμε στον ημιτελικό του Final Four με τον Παναθηναϊκό, μια πρωτόγνωρη εμπειρία κι ένας αγώνας πολύ φορτισμένος. Για εμάς ήταν ο τελικός. Έτσι το νιώθαμε, απ’ την πίεση του κόσμου, από παντού. Και για τον Παναθηναϊκό το ίδιο πιστεύω, ακόμα κι αν μας κέρδιζε θεωρώ ότι στον τελικό δεν θα τα κατάφερνε, θα ήταν τόσο άδειος πλέον που θα έχανε κι εκείνος. Είχαμε αδειάσει. Παρ’ όλα αυτά, την Μπανταλόνα έπρεπε να την έχουμε κερδίσει”. Έκανε όμως άνω κάτω την ομάδα κι ο Τάρπλεϊ με την συμπεριφορά του το βράδυ πριν τον τελικό.

Ο Τάρπλεϊ παικτικά ήταν ο καλύτερος που έχει περάσει ποτέ από την Ελλάδα, η μπασκετική του ευφυΐα ήταν κάτι το ξεχωριστό. Όλα όσα ακούγονται για το βράδυ πριν τον τελικό είχαν όντως γίνει, ήταν μια κακή στιγμή, το μοναδικό παιχνίδι που χάλασε αυτό το δέσιμο που είχαμε σαν ομάδα. Πόσο μας επηρέασε όμως, δεν ξέρω. Ακόμα και καθόλου να μην έπαιζε ο Τάρπλεϊ, την  Μπανταλόνα έπρεπε να την κερδίσουμε, ήταν το κακό βράδυ, το κακό παιχνίδι, δεν έφταιγε αυτό. Ενωμένοι παίξαμε, ενωμένοι χάσαμε. Απλά χάσαμε”.

“Ο Ίβκοβιτς μας αποφόρτισε”

Το καλοκαίρι του 1996, ο ‘Ξανθός’ αφήνει τον πάγκο του Ολυμπιακού μετά από πέντε χρόνια, δίνοντας τη θέση του στον Ντούσαν Ίβκοβιτς. Μια αλλαγή που οδήγησε την ομάδα για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας, στην προτελευταία σεζόν του Ευθύμη με τον έφηβο στο στήθος.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει προπονητικές μορφές όπως ο Ιωαννίδης κι ο Ίβκοβιτς. Ήταν διαφορετικοί όμως, από την άποψη ότι ο Ίβκοβιτς μας είχε αποφορτίσει ψυχολογικά, είχαμε μια ηρεμία. Ήταν και μια αλλαγή που χρειαζόταν μετά από τόσα χρόνια, όλες οι ομάδες χρειάζονται μια ανανέωση. Η ομάδα που αγωνίστηκε τη σεζόν εκείνη όμως, ήταν η ομάδα που ερχόταν από τα πέντε χρόνια του Ιωαννίδη, έχει κι αυτός μερίδιο στην κατάκτηση της Ευρωλίγκας”.

Η σεζόν είχε ξεκινήσει πολύ άσχημα. Κάποια στιγμή έγινε μια μεγάλη συζήτηση, απ’ την οποία βγήκαν κάποια συμπεράσματα. Η ομάδα είχε μάθει να παίζει με έναν συγκεκριμένο τρόπο, κάτι που στο πρώτο μισό της σεζόν είχαμε αλλάξει, χωρίς να λέω ότι αυτό ήταν λάθος. Η εξοικείωση όμως ήταν δύσκολη για τους παίκτες. Κάναμε μερικές οδυνηρές ήττες και πάνω στην κουβέντα μας παραδεχτήκαμε στον κόουτς ότι ήταν δύσκολο για εμάς να ακολουθήσουμε το νέο στιλ. Προς τιμήν του, το δέχτηκε, γυρίσαμε στον παλιό τρόπο παιχνιδιού και ήρθαν τα γνωστά αποτελέσματα”.

Παρά το γεγονός ότι βρεθήκαμε μαζί σε επαγγελματική ομάδα, ήμασταν πολύ δεμένοι με τους συμπαίκτες μου. Κάναμε παρέα, βγαίναμε μαζί και όταν στις ήττες ήρθε το ‘κράξιμο’ από τις εφημερίδες, αποφασίσαμε ότι θα πρέπει ακόμα και να ξενυχτάμε όλοι μαζί, για να δείξουμε ότι είμαστε ενωμένοι

Μετά τον ημιτελικό του Final Four, όλο το γήπεδο στη Ρώμη ήταν γεμάτο με Ολυμπιακούς. Είχαμε αποφορτιστεί κιόλας, δεν ήμασταν τόσο πιεσμένοι, αυτό ήταν κάτι που μας είχε προσδώσει ο Ίβκοβιτς. Το μεγάλο πρόβλημα πριν τον τελικό ήταν το ποιος θα μαρκάρει τον Τζόρτζεβιτς. Τους τελευταίους 2-3 μήνες της σεζόν όμως, ο Ρίβερς ήταν σε μια κατάσταση στην οποία δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να ξαναβρεθεί. Μάρκαρε και τον Τζόρτζεβιτς, σκόραρε, όλη η ομάδα λειτούργησε καλά και ο τελικός καθάρισε σχετικά γρήγορα και εύκολα”.  Ζητώντας από τον Ευθύμη να ξεχωρίσει έναν συμπαίκτη από όλα αυτά τα χρόνια, ήταν προφανές πως θα δυσκολευτεί.

Ποιον να ξεχωρίσω, τον Τάρπλεϊ, τον Έντι Τζόνσον, τον Τάρλατς, τον Τόμιτς; Αλλά και τους Έλληνες, τον Φασούλα, τον Σιγάλα; Σου έκαναν την ζωή πάρα πολύ εύκολη. Δεν υπήρχε ποτέ ανταγωνισμός μεταξύ μας, κάτι το οποίο σε κάποιο βαθμό ήταν επίτευγμα του Ιωαννίδη. Με τον Τόμιτς ήμασταν για ένα χρόνο μαζί στο ξενοδοχείο, κολλητοί στις προπονήσεις και αγωνιζόμασταν στην ίδια θέση. Ο Φασούλας με τον Τάρλατς και τον Τάρπλεϊ ήταν κολλητοί. Μόνο έτσι γίνεται”. Βεντετισμοί δεν υπήρξαν δηλαδή;

Παραξενιές είχαν όλοι. Μπορεί κάποιες μέρες να ήταν λίγο απόμακρος ο Τάρπλεϊ ή κάποιος άλλος να είχε τον δικό του ξεχωριστό τρόπο συγκέντρωσης. Για τον Έντι Τζόνσον ας πούμε, έλεγες ότι αποκλείεται να είναι παίκτης του μπάσκετ. Πριν το πρώτο παιχνίδι καθόταν και διάβαζε στα αποδυτήρια το βιβλίο του, τον κοιτάγαμε και δεν το πιστεύαμε. Βεντέτα με την κακή έννοια δεν ήταν πάντως κανένας”.  Όσο για τον δυσκολότερο αντίπαλο που κλήθηκε να μαρκάρει;

Αξέχαστες στιγμές από το McDonald’s.

Στον Παναθηναϊκό όποιον και να μάρκαρες ήταν δύσκολος. Στον Πανιώνιο ο Γιαννάκης και ο Τέρνερ, στον Ηρακλή ο Ζντοβντς, ο Κακιούσης, ο Ίνγκραμ. Όποια ομάδα και να είχες απέναντί σου τότε, είχες έναν δύσκολο αντίπαλο. Για Ευρώπη δεν συζητάμε καν, ο Ντανίλοβιτς, ο Τζόρτζεβιτς, κορυφαία ονόματα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον, απλά μου έχει μείνει στο μυαλό επειδή ήμουν πολύ μικρός και άπειρος, η πρώτη μου συμμετοχή με την Εθνική ομάδα, στο προολυμπιακό στην Ολλανδία. Παίζαμε με την Σοβιετική Ένωση κι είχε μέσα τον Μαρτσουλιόνις. Μου λέει ο Κώστας Πολίτης ‘μπες να τον μαρκάρεις’, σαν αλλαγή βέβαια. Τι να μαρκάρεις από αυτόν τον άνθρωπο, ήμουν και πιτσιρικάς”. Στο McDonald’s στο Παρίσι πάντως, μάρκαρε και τον Τζόρνταν.

Ένα show ήταν αυτό το παιχνίδι, δεν ήταν κάτι που είχε νόημα αγωνιστικά. Δεν έπαιξα πολύ αλλά και τα 5-6 λεπτά για μένα ήταν μια χαρά γιατί συμπέσαμε με τον Τζόρνταν, εξ ου και οι περίφημες φωτογραφίες και τα σχόλια που κάνουμε πλάκα πλέον”.

Ο διαπληκτισμός με τον Ρέτζι Μίλερ κι η τσαντίλα του Γκάλη

Το καλοκαίρι του 1988, ένα χρόνο μετά το έπος του 1987, ο κόουτς Κώστας Πολίτης καλεί τον 20χρονο τότε Ευθύμη Μπακατσιά στην προεπιλογή της Εθνικής. Έναν Μπακατσιά που ακόμα αγωνιζόταν στο Παγκράτι της Α2.

Η αλήθεια είναι ότι σε μια επιλογή 16-18 παικτών, ο Κώστας Πολίτης πάντοτε έπαιρνε κι 1-2 μικρούς. Μικρούς με τη λογική της Ελλάδας και τα δεδομένα της εποχής πάντα, γιατί ήμουν ήδη 20 χρονών. Μ’ αυτή τη λογική με κάλεσε και έκανα μια καταπληκτική για μένα προετοιμασία και μερικά πολύ καλά φιλικά παιχνίδια, καταφέρνοντας κάτι που δεν το περίμενε κανένας τότε, δηλαδή να μείνουν έξω ο Νίκος Σταυρόπουλος και ο Κώστας Παταβούκας και να μπω εγώ στη δωδεκάδα. Η συμμετοχή μου στο Προολυμπιακό της Ολλανδίας δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, ήταν περισσότερο μια εμπειρία”.

Τα επόμενα χρόνια κυλάνε με τον Ευθύμη Μπακατσιά να φοράει σποραδικά το εθνόσημο, χωρίς όμως να έχει εξασφαλισμένη τη θέση του. Κάτι που κέρδισε με τη μεταγραφή του στον Ολυμπιακό. Από το 1993 μέχρι το 1996, θα είναι πάντα εκεί, σε δύο Ευρωμπάσκετ, ένα Παγκόσμιο Πρωτάθλημα και μια Ολυμπιάδα, με ρόλο, χρόνο συμμετοχής και αμέτρητες εμπειρίες.

Στην Ατλάντα ήμασταν η πρώτη ομάδα που κράτησε την Dream Team κάτω από τους 100 πόντους. Βέβαια χάσαμε με 40, αλλά κάναμε ένα πολύ καλό πρώτο ημίχρονο, με το περιβόητο εκείνο 17-14 υπέρ μας στο ταμπλό και τον Γιαννάκη να ζητάει από τον κόσμο να σηκωθεί όρθιος, σουρεαλιστικές καταστάσεις. Ήταν πάντως μια καλή εμφάνιση και μια εξαιρετική πορεία μέχρι την τέταρτη θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα”.

Μάρκαρα τον Ρέτζι Μίλερ, είχαμε και διαπληκτισμούς. Έχουν μια ψυχολογία οι Αμερικάνοι που θέλουν να επιβληθούν σε όλους. Εγώ το είχα δει τελείως χαλαρά, σε μια φάση του έκλεψα την μπάλα, προφανώς τσαντίστηκε, στην επόμενη του έκανα μια ντρίπλα που δεν μπόρεσε να την αντιμετωπίσει, με τράβηξε από πίσω, έπεσα κάτω και του πέταξα την μπάλα. Μια χαρά όλα όμως, είχε πλάκα”. Το μετάλλιο ωστόσο, δεν ήρθε ποτέ.

Πηγαίναμε να παίξουμε με 8-9 παίκτες που είχαν τραβήξει κι άλλα 75 παιχνίδια περιόδου μέσα στη σεζόν, κάποια στιγμή η ομάδα άδειαζε. Και στη Γερμανία, και στο Παγκόσμιο και στο Ευρωμπάσκετ της Αθήνας το 1995 τα δώσαμε όλα στον ημιτελικό μπας και πάμε στον τελικό αλλά δεν μας έκατσε

Τους γνώρισα όλους, δεν έχω παράπονο. Γκάλη, Γιαννάκη, Φάνη, Στεργάκο. Αλλιώς τους έβλεπα τα δύο πρώτα χρόνια κι αλλιώς μετά. Η πρώτη επαφή ήταν τραγική, ένιωθες ότι ήταν κάτι διαφορετικό. Σιγά-σιγά με την τριβή έμπαινες στη διαδικασία, αυτή είναι κι η λογική εξέλιξη. Θυμάμαι στην πρώτη προπόνηση στη Γλυφάδα το 1988, χωριζόμαστε στο διπλό και μου λέει ο Πολίτης να μαρκάρω τον Γκάλη, προφανώς τον πιο μικρό τον έβαζαν πάνω του.  Στην πρώτη φάση, ανυποψίαστος κι ο Νίκος, τυχαία κι εγώ, κλέβω την μπάλα. Ε, μετά έκανα 40 λεπτά ‘εμετό’, με πήγαινε πέρα-δώθε, είχα ζαλιστεί”. Έχοντας υπάρξει μέλος της Εθνικής σε σαφώς πιο ρομαντικές εποχές, δεν γινόταν να μην ζητήσω από τον Ευθύμη Μπακατσιά ένα σχόλιο για όσους επιλέγουν σήμερα να αποχωρήσουν πρόωρα από αυτήν.

Θα πρέπει πρώτα να γίνει ένας πιο σωστός καταμερισμός παιχνιδιών και μετά να συζητήσουμε για το αν θα πρέπει να σταματάνε οι παίκτες από την Εθνική. Μεγάλωσα σε μια γενιά που δεν σταματούσαμε εύκολα από την Εθνική. Έγινε μια λάθος διαχείριση στο ξεκίνημα αυτής της κατάστασης και τώρα δεν μαζεύεται εύκολα. Συνεχίζουν και γίνονται λάθη με αυτά τα ‘παράθυρα’ για το Παγκόσμιο, είναι περίεργη η κατάσταση, δεν υπάρχει συνεννόηση, όπως δεν υπάρχει σε τίποτα. Το να βγαίνει ένας παίκτης και να ανακοινώνει ότι σταματάει από την Εθνική, το βρίσκω άκομψο. Θα μπορούσε να βρεθεί μια άλλη λύση, μέσα από συζήτηση. Καταλαβαίνω απόλυτα την κούρασή τους, δεν γίνεται να αγωνίζονται επί 10 χρόνια συνεχώς, απλά λέω ότι θα μπορούσε να γίνει με κάποιον άλλο τρόπο”.

“Νιώθω μια χαρά με τον εαυτό μου”

Το 1998, ένα χρόνο μετά την κατάκτηση του τριπλ-κράουν, ήρθε το τέλος της σχέσης του Ευθύμη Μπακατσιά με τον Ολυμπιακό. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία μόλις 32 ετών, αφήνει πίσω του και το επαγγελματικό μπάσκετ, στο οποίο δεν γύρισε ποτέ, παρά μόνο ως απλός θεατής και φίλος του Ολυμπιακού.

Δεν ήταν δική μου απόφαση να φύγω, ήταν του Ολυμπιακού, του Ίβκοβιτς δηλαδή που ήταν ο προπονητής της ομάδας. Θεώρησε ότι δεν έπρεπε να είμαι στην ομάδα, έτσι κι αλλιώς είχα αποφασίσει μέσα στο μυαλό μου ότι θα σταματήσω νωρίς το μπάσκετ γιατί δεν ήθελα την κατρακύλα. Κατρακύλα σε σχέση με αυτό που ήμουν, όχι ότι ήμουν η κορυφή και θα έπεφτα, μιλάω για το επίπεδο που ήμουν, όποιο κι αν ήταν αυτό

Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να σταματούσα στον Ολυμπιακό, αυτό δεν έγινε, ήρθαν δύο προτάσεις από τον Πανιώνιο και το Περιστέρι, επέλεξα το δεύτερο, δεν νομίζω όμως ότι πήγε καλά. Σταμάτησα τόσο αθόρυβα όσο ήρθα, στα 32 μου, συνειδητά τελείως. Έπαιξα μια χρονιά ερασιτεχνικά στο Παγκράτι και μετά αποσύρθηκα εντελώς”. Επιχειρώντας έναν απολογισμό, συμφωνεί με όσους τον χαρακτηρίζουν υποτιμημένο;

Δεν ξέρω αν ήμουν υποτιμημένος, εγώ μια χαρά νιώθω με τον εαυτό μου. Μπορεί να έκανα κι εγώ λάθος, να έπρεπε να δουλέψω διαφορετικά. Εκ των υστέρων, μια χαρά ευχαριστημένος είμαι. Ίσως να μπορούσα να δώσω παραπάνω πράγματα, την ευθύνη την έχω εγώ, δεν το συζητώ, κοιτάζοντας τώρα πίσω ξέρω ότι έπρεπε να δουλέψω κάποια στοιχεία μου, όπως το σουτ. Εκείνη την εποχή όμως, δεν άντεχα να κάνω παραπάνω προπόνηση, ούτε ψυχολογικά, ούτε σωματικά. Έκανα μια πορεία την οποία όταν ξεκινούσα δεν τη φανταζόμουν καν. Το γεγονός πως όταν σταμάτησα κάποιοι έλεγαν ότι μπορούσα να κάνω περισσότερα, μόνο ως καλό το εκλαμβάνω”.

Έχω ακούσει και πολλά αρνητικά σχόλια. Υπήρχαν πολλοί που αναρωτιόντουσαν γιατί παίζω, όμως φαντάζομαι ότι οι προπονητές που με έβαζαν και οι πορείες των ομάδων στις οποίες συμμετείχα δείχνουν ότι δεν πρέπει να τους λάβω και πολύ στα σοβαρά. Όλοι επηρεάζονται απ’ αυτά, κακά τα ψέμματα. Ίσως θα έπρεπε επηρεάζομαι λιγότερο, αλλά έτσι είναι ο αθλητισμός, όταν εκτίθεσαι υπάρχει κι η κριτική. Μετά από τόσα χρόνια πάντως, μια χαρά νιώθω.

Το ότι με θεωρούν το ‘καλό παιδί’ το εκλαμβάνω ως θετικό, πέρασα από ένα χώρο που δεν έχει κανένας κάποιο παράπονο από τη συμπεριφορά μου, είτε αγωνιστικά, είτε από το πώς φερόμουν σε συμπαίκτες και αντιπάλους. Ούτε με τον κόσμο είχα ποτέ θέμα, καμία ομάδα δεν έχει κάτι να μου προσάψει ή να με χαρακτηρίσει. Είναι λογικό ο κόσμος να δένεται πιο εύκολα με τα ‘αστέρια’ της ομάδας, αυτό που νιώθω όμως όποτε πηγαίνω στο γήπεδο και βλέπω τον Ολυμπιακό ή όταν συναντάω κάποιον κοντά στην ηλικία μου εκτός γηπέδου, είναι πως, εκ των υστέρων, είχα πολύ καλύτερη σχέση με τον κόσμο απ’ αυτή που νόμιζα τότε”. Λεφτά έβγαλε από το μπάσκετ;

Όταν ξεκίνησα να παίζω, λεφτά δεν έβγαζες ή εν πάσει περιπτώσει τα λεφτά που κυκλοφορούσαν μετά. Αυτά άρχισαν μετά το 1986. Στο 99% των περιπτώσεων ο αθλητισμός δεν κάνει λάθος, θα σου δώσει αυτό που αξίζεις να πάρεις, είτε σε αναγνώριση, είτε σε επιτυχίες. Μπορείς να κοροϊδέψεις το πολύ για ένα χρόνο, όχι για παραπάνω, είναι αξιοκρατικός”. Όσο για τη σημερινή του σχέση με το μπάσκετ;

Βλέπω Ευρωλίγκα, θα πάω και σε κάποια παιχνίδια στο γήπεδο, κυρίως για τα παιδιά, για να δούμε τον Ολυμπιακό. Ο μικρός ξεκινάει λίγο και παίζει μπάσκετ, είναι 7 χρονών, αστειεύεται ακόμα. Έχει βρει μόνος του βίντεο του μπαμπά του στο YouTube. Ακόμα δεν τα έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του όμως, του φαίνεται παράξενο όταν με χαιρετάνε στο δρόμο. Η λογική μου είναι ότι πρέπει να τραβήξει το δρόμο του και να τα μάθει έτσι όπως πρέπει γιατί θεωρώ ότι οι γονείς πολλές φορές κάνουν κακό στην αθλητική πορεία των παιδιών τους. Δεν θα τον συμβουλεύσω τίποτα, θα γνωρίσει όλα τα αθλήματα και θα διαλέξει μόνος του. Θα υπάρχει στήριξη αλλά μέχρι εκεί”.

“Είμαι φίλαθλος του Ολυμπιακού, όταν ζεις τόσα χρόνια μέσα σε έναν οργανισμό, δένεσαι. Χαίρομαι στις επιτυχίες, στεναχωριέμαι στις αποτυχίες, αλλά έτσι είναι ο αθλητισμός”. Απέχοντας από τα social media, ο Ευθύμης Μπακατσιάς ‘πέφτει στην ανάγκη’ των παιδιών του για να φτάσουν στα χέρια του τα σχόλια που ακόμα κάνει ο κόσμος για εκείνον. Ας αισθάνεται ωστόσο σίγουρος πως τον αναγνωρίζουν και τον αγαπάνε και έξω από το ΣΕΦ και τις εφορίες.

oneman.gr

 

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: