Το «πικρό αλεύρι» της Κατοχής – Μια 97χρονη μυλωνού θυμάται πώς ο κόσμος αντιμετώπιζε τον θάνατο

Κοινοποίηση:
mylonou_v_m

Η πείνα της Κατοχής στη μνήμη των ηλικιωμένων είναι αποτυπωμένη ως μια από τις πιο φριχτές στιγμές της ζωής τους. Καθόλου τυχαία η επιβίωση της φράσης «με το δελτίο», που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα για κάτι που διατίθεται σε περιορισμένη ποσότητα.

Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν τι ήταν το δελτίο στην Κατοχή, ότι πολλοί έθαβαν κρυφά τους νεκρούς συγγενείς τους, έτσι ώστε να καρπώνονται την ποσότητα επισιτιστικής βοήθειας που αντιστοιχούσε στους αποβιώσαντες. Η ιστορική έρευνα έχει εστιαστεί στην αποτύπωση της πλευράς αυτής του πολέμου κυρίως στην Αθήνα, όπου και το πρόβλημα προσέλαβε εφιαλτικές διαστάσεις.

Οι φωτογραφίες με τα αποστεωμένα παιδιά στα συσσίτια, αλλά και τα σωρηδόν τοποθετημένα πτώματα ανθρώπων που βίωσαν στον απώτατο βαθμό το φάσμα της πείνας, στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη, καθώς δείχνουν μια ακόμη αποκρουστική πλευρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κυρίως στις πόλεις. Όμως η Κατοχή αποτέλεσε ένα τεράστιο σοκ ακόμη και για τους χωρικούς, ιδίως τον πρώτο χρόνο, ακόμη ειδικότερα τον εφιαλτικό χειμώνα του 1940-41, οπότε αποδεκατίστηκε κι ο πληθυσμός των Αθηνών από την πείνα. Τότε ήταν που περιουσίες άλλαξαν χέρια μέσα σ’ ένα βράδυ: ένας τενεκές λάδι ανταλλάχθηκε με ένα διαμέρισμα, αλλά και μια χούφτα κοσμήματα με μερικές χούφτες καλαμποκίσιο αλεύρι! Μικρή συμβολή στην αποτύπωση του ακραίου διατροφικού καταναγκασμού κατά την Κατοχή, με εστίαση κυρίως στα υποκατάστατα αλεύρων, αποτελεί και το παρόν άρθρο. Υπερπολύτιμη πηγή πληροφοριών είναι η εν ζωή 98χρονη θεία μου Φωτεινή Σαλαμούρα-Κατσάνου, η μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου, Γεωργίας.

Δουλειά στον μύλο από την παιδική ηλικία Η πολυαγαπημένη θεία μου Φωτεινή (Φώτω) γεννήθηκε το έτος 1922 στον παραποτάμιο συνοικισμό Πλατανόρεμα Άρτας, 8 χιλ. από την πόλη (διοικητική υπαγωγή τότε στην Κοινότητα Μαρκινιάδας), όπου κατοικούσαν οι μητροπλευρικοί παππούδες, οι οποίοι είχαν νερόμυλο. (Η περιοχή έχει καταβυθιστεί στην τεχνητή λίμνη του Αράχθου/Πουρναρίου). Ήταν ένας σκληρός κανόνας των παλιών, μια αυτοματοποιημένη διαδικασία, ότι το πρώτο παιδί θα ζούσε μια πραγματικά βασανισμένη ζωή, αφού θα έπρεπε να βοηθάει στο μεγάλωμα των μικρότερων αδελφών, αλλά και να συμμετέχει ενεργά με τους γονείς του σε όλες τις κοπιαστικές δουλειές.

«Σκουλειό δεν πήγα, δεν καλημέρ’σα δάσκαλου», όπως λέει. «Ήταν λίγου σκουριασμένους ο μακαρίτ’ς ου πατέρας μου, Θεός σχωρέσ’ τον. Αλλά έτσι ήταν ου κόσμους τότι… Δε μ’ άφ’κι να πάου στου σκουλειό. Δεν ξέρου ούτι να διαβάζου ούτι να γράφου. Ένα γράμμα ξέρου μαναχά… Στρουγγυλό, έτσιγιαϊα, κι έχει μια γραμμούλα στ’ μέση. Έλα να του φκιάσου…», λέει και σχηματίζει το Φ στο χαρτί. Είναι το μόνο που μπόρεσε να μάθει. Αφού δεν πήγε στο σχολείο, η μόνη επιλογή ήταν να βοηθάει τους γονείς της στις πολλές αγροτικές δουλειές: σκάλισμα στα χωράφια, φύλαξη του κοπαδιού, αλλά και εργασία στον μύλο. «Ιγώ ήμαν η τρανότιρη, ιγώ έκανα ούλις τ’ς δ’λειές. Ποιος θα πάει να φ’λάξει τα γίδια;

Η Φώτου! Ποιος θ’ αλέσει στου μύλου; Η Φώτου! Ποιος θα πάει να βάλει νιρό στ’ δέση; Η Φώτου! Πάινα στ’ δέση, έβανα πλατανόφ’λλα ν’ αυγατίσει του νιρό, για να πέσει του νιρό στουν κάναλου, ν’ αλέσει ου μύλους τα γιννήματα (δημητριακά)». Η θεία Φωτεινή το 1940, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ήταν 18 χρονών, που σημαίνει ότι επωμίστηκε το βάρος και της λειτουργίας του μύλου. Θυμάται πολύ χαρακτηριστικά τότε που ήρθαν οι κατακτητές: «Θ’μάμι σαν τώραϊα τότι π’ πέρασαν οι Ιταλοί απ’ του Πλατανόριμα. Ο πατέρας μ’ τουν ήταν σι μία ψ’λή ράχη κι τ’ς είδι π’ ξικάμπ’σαν (εμφανίστηκαν). Ρέκαζι (ούρλιαζε): “Γένιτι πόλιμους! Έρθουντι οι Ιταλοί! Φεύγιστι! Σύρτι (πηγαίνετε) στου μαντρί, απουλάτι τα γίδια, σύρτι κι ισείς απού κουντά, να κρυπώσιτι (κρυφτείτε) να μη σας βρουν!”. Τ’ς είδαμαν απού μακριά… Κρύπουσαμαν μέσα στα λόγκα, μαζί μι τα γίδια. Πέρασαν οι Ιταλοί, έφ’γαν κι πήγαν στα χουριά…».

Ξυπόλητη στα παγωμένα νερά του Αράχθου Ο χειμώνας ήταν πραγματικά πολύ σκληρός, οι προμήθειες λιγοστές όπως πάντα. Η χρονομάρτυρας θυμάται σαν να ήταν χθες: «Ήταν χειμώνας του ’40, μι τουν πόλιμου. Φύσαγι του πουτάμι απ’ άκρη σ’ άκρη, ήταν κατιβασμένου, κι πάινα μαναχή μ’ τ’ απουβραδύ μ’ ένα κλιφτουφάναρου (φορητό φωτιστικό μέσο με λάδι ως καύσιμη ύλη), για να κλείσου τ’ν πόρτα απ’ τ’ δέση (με τη βοήθεια μιας μικρής ξύλινης πόρτας ν’ αλλάξει την πορεία του νερού και να κατευθυνθεί προς το ποτάμι, όχι προς τον μύλο, όταν δεν χρειαζόταν για την κίνηση της μυλόπετρας). Όταν είχαμαν αλέσματα, σήκουναμαν τ’ν πόρτα κι έμπινι του νιρό για ν’ αλέσει. Του ’40-41 ήταν πουλύ βαρύς ο χειμώνας. Ήταν κριτσιάνια ου πάγους, κρέμουνταν στα στιφάνια (παγωμένο νερό σε κατακόρυφες μεγάλες στήλες που κρέμονταν στους γκρεμούς, σαν τεράστιοι σταλακτίτες). Ιγώ πιρπάταγα μέσα στου παγουμένου του νιρό μέχρι του γόνα (γόνατο), ξυπόλητη, ήταν τα πουδάρια μ’ κατακόκκινα, σαν παπαρούνα, απ’ του κρύου… Δεν είχαμαν παπούτσια τότι.

Ένα ζιβγάρι παπούτσια είχα μαναχά, για να πααίνου στ’ν ικκλησιά. Ξυπόλητη έρθουμαν απ’ του Πλατανόριμα στου χουριό (Μαρκινιάδα Άρτας). Ήταν πόσου αλάργα (ήταν αρκετά μακριά). Λίγου προυτού φτάσου, φόραγα τα παπούτσια, για να πάου στ’ν ικκλησία. Ου μακαρίτ’ς ου πατέρας μ΄θ’μάμι κάπουτι μού ‘χι φκιάσει παπούτσια μι ρόδα απού αμάξι (ελαστικό αυτοκινήτου), για σόλα, κι απουπάνου είχι ράψει ύφασμα. Όταν έβριχι, τα πουδάρια νότ’ζαν, αλλά δεν πιρπάταγαμαν κι ξυπόλητοι». Οι άνθρωποι, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με την πείνα, ευρηματικοί καθώς ήταν ανέκαθεν, προσπάθησαν –με την κλασική μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης– να δημιουργήσουν υποκατάστατα αλεύρου για να μπορέσουν να κρατηθούν στη ζωή.

Αλεύρι από λούπινα: «Κόβουνταν τα πουδάρια…» Ο πόλεμος του 1940 ήταν ένα σοκ για τους φτωχούς αλλά πάντα προνοητικούς χωρικούς, οι οποίοι ζώντας τον αιφνιδιασμό που προκάλεσε ο πόλεμος την πρώτη χρονιά, και καθώς δεν μπορούσαν να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους (λόγω των αεροπορικών βομβαρδισμών – το χωράφι, με την ανοιχτή έκτασή του, αποτελούσε ιδανικό στόχο των εισβολέων), θα έπρεπε να βρουν άμεσα λύσεις έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τουλάχιστον το αλεύρι – πολυτιμότατο όχι μόνο ως πρώτη ύλη για το ψωμί, αλλά και ως βάση για άλλες διαδεδομένες και κυρίως εύκολες και χορταστικές συνταγές, όπως οι πίτες, οι τηγανίτες, η κουρκούτη, δηλ. ο χυλός.

Όταν διέθεταν σιτάρι ή καλαμπόκι για να αλέσουν, «δεν άφ’ναμαν ούτι σπ’ρί (κόκκο) να πάει χαμένου, σαν τα μυρμήγκια», όπως λέει η θείτσα Φώτω. Οι άνθρωποι, όταν ήρθαν αντιμέτωποι με την πείνα, ευρηματικοί καθώς ήταν ανέκαθεν, προσπάθησαν –με την κλασική μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης– να δημιουργήσουν υποκατάστατα αλεύρου για να μπορέσουν να κρατηθούν στη ζωή. Τα λούπινα οι περισσότεροι όχι απλώς δεν γνωρίζουν τι είναι, αλλά ούτε καν έχουν ξανακούσει τη λέξη.

Πρόκειται για έναν καρπό που ανήκει στα ψυχανθή (χονδροειδώς μπορούμε να πούμε ότι μοιάζουν με τα φασόλια), μάλιστα έχει μηδενικές απαιτήσεις για την καλλιέργειά του: ούτε καν όργωμα απαιτούνταν, απλώς έσπερναν τα λούπινα σε χέρσο χωράφι κι αυτά φύτρωναν. Υπό κανονικές συνθήκες τα λούπινα (με χαρακτηριστικά πικρή γεύση, η οποία οφείλεται σε αλκαλοειδείς ουσίες, τοξικές για τον άνθρωπο αλλά και τα ζώα) χρησιμοποιούνταν ως ζωοτροφή, όμως στην περίοδο της Κατοχής από λούπινα έφτιαχναν ένα είδος αλευριού.

«Τα λούπινα τα μάζουναμαν τουν Αλουνάρη (Ιούλιο) κι τα ‘βραζαμαν σ’ ένα καζάνι όσου τ’ αυγό (περίπου 10 λεπτά), για να μη φ’τρώσουν στου νιρό, να μην απουλύσουν (αναπτύξουν) φύτρα. Κουντά τά ‘βαναμαν σι σακιά μέχρι τ’ μέση, γιατί φούσκουναν στου νιρό, τα πλάκουναμαν μι ένα μιγάλου λιθάρι στ’ γούλη (στο πάνω μέρος, εκεί που τα έδεναν) μέσα στου πουτάμι, να σέρει του νιρό (να είναι άφθονο και τρεχούμενο) κι τ’ άφ’ναμαν 3-4 μέρις για να ιδούμι αν ξιπίκρισαν. Ξιπίκριζαν, τρώουνταν… Τα ΄βγαναμαν απ’ του πουτάμι, τα ήλιαζαμαν (αποξηραίναμε στον ήλιο) 4-5 μέρις. Όταν τα ήλιαζαμαν, γένουνταν μ’κρά (συρρικνώνονταν)». Τα λούπινα μετά τη διαδικασία της εμβάπτισης στο νερό και της αποπίκρανσης δεν γίνονταν βέβαια απολύτως γλυκά αλλά είχαν μια υπόπικρη γεύση, οπότε τα έβγαζαν απ’ το ποτάμι και τα αποξήραιναν στον ήλιο για 4-5 μέρες. Όμως τώρα υπήρχε ένα άλλο πρόβλημα: τα λούπινα γίνονταν «κάρκανο», δηλ. πάρα πολύ σκληρά. Η θεία μου συνεχίζει την αφήγηση: «Δε μπουρού να σ’ που τι τράβαγι ο μύλος για να τ’ αλέσει…

Ήταν σκληρά σα λιθάρια!». Για να γίνει το άλεσμα διαφορετικών καρπών, έπρεπε να ρυθμιστεί (με τη βοήθεια ενός μοχλού) η απόσταση μεταξύ της πάνω και της κάτω μυλόπετρας. Αυτή τη διαδικασία η θεία μου που δούλευε στον μύλο προφανώς την έκανε συχνά, καθώς στη διάρκεια της Κατοχής δεν υπήρχε η κατάλληλη εμπειρία, μιας και για πρώτη φορά άλεθαν ορισμένους καρπούς (π.χ. βελανίδια και άγρια αχλάδια/γκόρτσα). Το λουπινάλευρο χρησιμοποιούσαν για να κάνουν «κουλούρα» (είδος στρογγυλού ψωμιού που κανονικά γίνεται με καλαμποκάλευρο), αλλά και κουρκούτη (χυλό με γάλα, για να μετριαστεί η υπόπικρη γεύση).

Ρωτάω πώς ήταν αυτό το αλεύρι αλλά και το ψωμί, και η απάντηση της θείας μου με συγκλονίζει: «Αχ, Βασίλη μ’… Η ψυχή μ’ ξέρει τι ψουμί ήταν αυτό απ’ τα λούπινα… Τ’ αλεύρι ήταν κατακίτρινου, σαν κρόκους. Του ψουμί γένουνταν καλό να του γλέπ’ς, αλλά τα πουδάρια δεν είχαν δύναμη να πιρπατήσουν, γιατί δεν είχι δύναμη (θρεπτική αξία) αυτό τ’ αλεύρι, δε μι κράταγι, κόβουνταν τα πουδάρια μ’, δε μπόρ’γα να πάου στα πρόβατα… Είχαμαν δ’λειές… “Δε μπορού να πιρπατήσου…”, έλιγα στ’ μανούλα μ’, αλλά κι αυτή τι να έκανε η έρμη: “Τι να κάμου κι ιγώ, πιδάκι μου… Δεν έχουμι τίποτα άλλου να φάμι”, έλιγι». Για το υποκατάστατο αυτό αλεύρου, η θεία μου θυμάται ότι δεν κρατούσε «ξαγάρι» (ποσοστό επί του αλεσμένου καρπού, ως αμοιβή, «μυλωνιάτικο»). «Τι ξαγάρι να κρατήσου απ’ τουν κόσμο… Όλοι στο ίδιο καζάνι έβραζαμαν… Αυτό τ’ αλεύρι απ’ τα λούπινα ούτι οι κότες δεν τό ’τρουγαν!», λέει και στο πρόσωπό της αποτυπώνονται ο τρόμος, η εξαθλίωση και η θλίψη που έζησε πριν από 80 χρόνια! Οι τηγανίτες από ρεβιθάλευρο ήταν σαν αυτιά λαγού! Τα ρεβίθια ήταν επίσης μια ακραία λύση ανάγκης για να παραχθεί αλεύρι στον πρώτο χρόνο της Κατοχής. Η θεία μου θυμάται ότι την πρώτη φορά που της είπαν να αλέσει ρεβίθια το έκανε, αλλά και κράτησε ξαγάρι απ’ το καινοφανές αυτό αλεύρι. Το…

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: