Το Ελληνικό διαζύγιο με τη λογική, αφορά ασφαλώς και τους εξοπλισμούς…

Κοινοποίηση:
750x450_Averof

Ανατρέχοντας στο ιστορικό της διαχρονικής ανυπαρξίας πολιτικής αποτελεσματικής αντιμετώπισης της τουρκικής προκλητικότητας από την ελληνική πλευρά, φτάσαμε στην κρίση στις βραχονησίδες Ίμια. Όπου υποτίθεται ότι δεν είχαμε τα όπλα για μία αντιπαράθεση με την Τουρκία. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική κατά την άποψή μας…

Των Στέργιου Θεοφανίδη και Μιχαήλ Βασιλείου

Τη βούληση δεν είχαμε να υπερασπίσουμε εθνικό έδαφος και κυριαρχικά δικαιώματα. Και την αδυναμία της (συνοδευόμενη από έναν ολοφάνερο και ακατάσχετο πανικό…) να ανταποκριθεί σε όσα απαιτούσε τότε η αποτροπή της Τουρκίας, η τότε κυβέρνηση προσπάθησε να καλύψει με την εξαγγελία ενός μεγαλόπνοου εξοπλιστικού προγράμματος.

Ούτε και εκεί όμως κατάφερε να κάνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό σε σχέση με το παρελθόν. Για να είμαστε δίκαιοι πρέπει να πούμε ότι επί των ημερών του Α. Τσοχατζόπουλου αγοράστηκαν όπλα και πλατφόρμες που πραγματικά έκαναν τη διαφορά στο Αιγαίο και προκηρύχθηκαν για πρώτη φορά πραγματικοί διεθνείς διαγωνισμοί.

Η εν λόγω διαδικασία όμως ήταν αποσπασματική και φυσικά δεν είχε καμία συνέχεια. Στα εξοπλιστικά που υλοποιήθηκαν μετά την κρίση των Ιμίων, επί της ουσίας, λειτουργήσαμε πανομοιότυπα με το παρελθόν… Επιστρέψαμε σε ό,τι κάναμε και πριν την κρίση των βραχονησίδων Ίμια λοιπόν… Και μάλιστα “δριμύτεροι”!

Υλοποιήσαμε ένα μεγαλόπνοο και πολυδιάστατο εξοπλιστικό πρόγραμμα αρχής γενομένης από το 1997 χωρίς στρατηγική, χωρίς σχεδιασμό και κατ΄ επέκταση χωρίς προοπτική. Απευθυνθήκαμε σε αντιπροσώπους, προσπαθήσαμε να ικανοποιήσουμε πολλά και αντικρουόμενα “συμμαχικά” και “εταιρικά” συμφέροντα μέσω “πολιτικών επιλογών”, αφήσαμε τελευταία την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και σε πολλές περιπτώσεις αδιαφορήσαμε για τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων.

Και επειδή όλα αυτά τα έχετε σίγουρα ξαναδιαβάσει χωρίς τις απαραίτητες διευκρινίσεις, εξηγούμαστε: Τι εννοούμε με τις λέξεις “σχεδιασμό”, “στρατηγική” και “προοπτική”; Η στρατηγική λοιπόν είναι ο σε βάθος χρόνου καθορισμός του τι πρέπει να πράξουμε προκειμένου να καλύψουμε μία συγκεκριμένη ανάγκη, ή να αντιμετωπίσουμε ένα δεδομένο πρόβλημα. Καθορίζει δε το σχεδιασμό και διαμορφώνει την προοπτική.

Ποια είναι η στρατηγική μας λοιπόν; Σε τι αποσκοπούμε έναντι του προβλήματος που ονομάζεται Τουρκία; Παλαιότερα και για πολλά χρόνια, περιγράφηκε από μία φράση: “Δεν διεκδικούμε τίποτα και δεν παραχωρούμε τίποτα…”. Το κομμάτι “δεν διεκδικούμε τίποτα” θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει ως την επιθυμία μας να συνυπάρξουμε ειρηνικά με τους εξ ανατολών και βόρειους γείτονές μας. Άλλο όμως η επιθυμία και άλλο η πραγματικότητα.

Το “δεν παραχωρούμε τίποτα” δε μπορεί παρά να ερμηνευτεί ως η αποφασιστικότητά μας να προστατεύσουμε τα σύνορά μας και να διαφυλάξουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, τα οποία απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες που έχουμε συνυπογράψει με τους γείτονές μας στο παρελθόν. Είμαστε λοιπόν αποφασισμένοι (έτσι λέμε τουλάχιστον…), πράγμα που σημαίνει ότι δεν αρκούμαστε μόνο στο διεθνές δίκαιο και τις υπογραφείσες συμφωνίες για να μας προστατεύσουν έναντι των – πάντα πιθανών – μη ειρηνικών προθέσεων των γειτόνων μας.

Βασιζόμαστε κυρίως στις ένοπλες δυνάμεις μας. Δηλαδή αφενός σε μία κοινωνία που τις τροφοδοτεί με έμψυχο υλικό που – όπως προαναφέραμε – έχουμε εκπαιδεύσει να γνωρίζει το παρελθόν και να είναι προετοιμασμένο ψυχολογικά για όσα μπορεί να φέρει το μέλλον. Και αφετέρου στα όπλα. Ποια όπλα; Αυτά που ο Κλάουζεβιτς λέει με ποιον τρόπο ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να έχουμε. Τα πολλά και διαφορετικά…

Ο σχεδιασμός άρα θα πρέπει να βασίζεται στο “όσο περισσότερα αντέχει η τσέπη μας και όμοια – ομοιογενή”. Διαχρονικά. Ένας τύπος φρεγάτας, ένας τύπος υποβρυχίου, δύο (το πολύ…) τύποι αρμάτων μάχης, δύο (το πολύ…) τύποι μαχητικών αεροπλάνων κ.ο.κ. Έχουμε την εμπειρία περασμένων δεκαετιών (‘60, ‘70, ‘80, ‘90) που “φωνάζει” ότι η πολυτυπία περιορίζει δραματικά τις διαθεσιμότητες μέσων και όπλων, αυξάνει κατακόρυφα το κόστος υποστήριξης και συντήρησής τους και επομένως έχει αρνητική επίδραση στο αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων.

Οι εξελίξεις των τελευταίων 20 ετών έδειξαν ότι δεν πράττουμε βάσει σχεδιασμού και δεν αξιοποιήσαμε ποτέ την εμπειρία που αποκτήσαμε μεταπολεμικά. Μείναμε σε πρακτικές του παρελθόντος, καταργώντας έτσι οποιαδήποτε προοπτική. Ποια προοπτική; Του να χτίσουμε ικανό αμυντικό μηχανισμό ο οποίος παράλληλα θα λειτουργεί και ως μηχανισμός ανάπτυξης της οικονομίας μέσω της αμυντικής βιομηχανίας. Θα αποτρέπει δηλαδή την εξαγωγή συναλλάγματος και θα συντηρεί θέσεις εργασίας.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΠΛΑ…

Τα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ τίποτα στο χώρο της άμυνας στην Ελλάδα σε σχέση με το μακρινό ή το κοντινό (μετά – Ίμια εποχή…) παρελθόν, είναι πολλά… Θα δούμε μερικά:

– Το 1985 πήγαμε στην πρώτη παραγγελία μαχητικών F–16. Η δεύτερη ακολούθησε το 1992 και η τρίτη το 1999. Με δεδομένο ότι η τελευταία υπογράφηκε το 2005, βλέπουμε ότι ανά επταετία περίπου, επαναλαμβάναμε την ίδια διαδικασία. Σε αντίθεση με τους Τούρκους που δεσμεύθηκαν εξαρχής για την προμήθεια 200+ μονάδων και έστησαν δική τους γραμμή τελικής συναρμολόγησης. Δεν έμειναν μόνο στη συμπαραγωγή τμημάτων, με ότι αυτό συνεπάγεται σε τεχνογνωσία, δημιουργία και διατήρηση θέσεων εργασίας και πολλά άλλα.

– Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 είχε καταγραφεί επίσημα η ανάγκη αντικατάστασης των ελικοπτέρων Huey της Αεροπορίας Στρατού και της Πολεμικής Αεροπορίας, από ένα δικινητήριο ελικόπτερο μεγαλύτερης μεταφορικής ικανότητας και δυνατότητας πτήσης υπό άσχημες καιρικές συνθήκες, ημέρα και νύχτα. Παράλληλα και η Διοίκηση Ελικοπτέρων Ναυτικού αναζητούσε τον αντικαταστάτη των ΑΒ–212ASW.

Αντί να προκηρύξουμε διεθνή διαγωνισμό για την προμήθεια μίας κοινής πλατφόρμας που θα μπορούσε να καλύψει και τους τρεις βασικούς ρόλους που θέλαμε, διεκδικώντας με αξιώσεις μεταφορά τεχνογνωσίας και σημαντικό υποκατασκευαστικό έργο, με παράλληλη οικονομία κλίμακας σε υποστήριξη και ανταλλακτικά, πήγαμε, μέσω αντιπροσώπων, σε τρεις διαφορετικούς τύπους!

Αποτέλεσμα: S70B για το Πολεμικό Ναυτικό, NH-90 για την Αεροπορία Στρατού και Super Puma για την Πολεμική Αεροπορία… Τρεις διαφορετικοί τύποι ελικοπτέρων για τις ένοπλες δυνάμεις μίας μικρής χώρας που επιθυμεί να προστατεύσει τους πολίτες της και τα σύνορά της με το ελάχιστο δυνατό κόστος, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ παρά να είναι ανέκδοτο. Και τα ανέκδοτα στην περίπτωσή μας είναι πολλά! Τόσα, που προκαλούν μελαγχολία…

– Η προμήθεια των Leopard 2HEL ως διαγωνιστική διαδικασία είχε στηθεί άψογα από τον Ελληνικό Στρατό, επιβάλλοντας στους υποψήφιους κατασκευαστές ως απαράβατο όρο την παραχώρηση 200 τουλάχιστον αρμάτων ίδιου τύπου αλλά παλιότερης έκδοσης (Leo 2A4), ΠΡΙΝ από την υπογραφή της κύριας σύμβασης. Ο όρος αυτός παραβιάστηκε από τον τότε ΥΠΕΘΑ Ι. Παπαντωνίου. Υπογράφηκε η σύμβαση των αρμάτων χωρίς να έχει προηγηθεί η υπογραφή της συμφωνίας παραχώρησης…

Αποτέλεσμα: Ο Ελληνικός Στρατός απέκτησε λιγότερα από 200 Leo2A4 που χρυσοπλήρωσε, ενώ θα μπορούσε μέσω του όρου που προαναφέραμε, να αποκτήσει τα διπλάσια με το ίδιο κόστος και να αντικαταστήσει άμεσα το σύνολο των Μ60Α3 και M48A5MOLF… Επιπρόσθετα, αποτέλεσμα των ενεργειών του τότε ΥΠΕΘΑ ήταν σημαντικό τμήμα των γερμανικών πλεονασμάτων σε Leo2A4 να καταλήξει στον Τουρκικό Στρατό (390 μονάδες!) και (πρόσφατα) στην κατεχόμενη Κύπρο…

– Στο τέλος της δεκαετίας του ΄90, η Ελλάδα αποφάσισε να παρατείνει την επιχειρησιακή ζωή του δικινητήριου Phantom. Και στις δύο εκδόσεις του (F-4E και RF-4E) που ήδη είχαν αποσυρθεί από τις τάξεις του κύριου χρήστη του (USAF) προ δεκαετίας τουλάχιστον…

Αποτέλεσμα: Μέχρι σήμερα, σχεδόν 20 χρόνια μετά, είμαστε στα δικαστήρια με την USAF για τις φωτομηχανές της ROI και έχει μαζί με αυτές στοιβάξει σε αποθήκες και τα δύο ατρακτίδια ELINT/SIGINT τύπου ASTAC, που αντί στα RF-4E έπρεπε βάσει λογικής και επιχειρησιακής προοπτικής να πιστοποιηθούν στα Mirage 2000-5Mk.2.

Έγινε με άλλα λόγια μία επένδυση δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε ήδη παρωχημένα αεροσκάφη, χωρίς φυσικά αντίκρυσμα, δεδομένου ότι με αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να αποκτηθούν πρόσθετα ατρακτίδια DB-110 για τα F-16 και να αξιοποιηθεί πραγματικά και σε βάθος χρόνου το ASTAC. Όσο για τα F-4E AUP αναγκαστήκαμε τελικά εκ των πραγμάτων (λόγω τεράστιου κόστους υποστήριξης, συντήρησης και εκμετάλλευσης…) να συγκεντρώσουμε τα εναπομείναντα σε μία Μοίρα (339)…

– Αγοράσαμε 12 καινούρια επιθετικά ελικόπτερα AH-64DHA Apache, χωρίς να αναβαθμίσουμε στο ίδιο επίπεδο τα 19 παλαιότερα AH-64A+. Πήραμε δηλαδή 12 καινούρια επιθετικά ελικόπτερα και παράλληλα θέσαμε σε αχρηστία 19!

Αποτέλεσμα: Δύο μόλις χρόνια μετά την ένταξη σε υπηρεσία των -DHA (2010), η κατασκευάστρια Boeing μας ενημέρωσε επίσημα ότι τερματίζει την υποστήριξη του Apache -A…  Το ίδιο, δε, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει στο άμεσο μέλλον και με τα Aegean Hawk της ΔΕΝ. Ευχόμαστε να διαψευστούμε…

– Στα Mirage 2000 και τα όπλα τους έχουμε ήδη αναφερθεί σε βαθμό που το θέμα θεωρούμε ότι έχει εξαντληθεί… Δεν χρειάζεται πραγματικά να επανέλθουμε. Κάνουμε αυτή την συνοπτική αναδρομή γιατί οι νεότεροι πρέπει να μαθαίνουν και να θυμούνται οι παλαιότεροι που αναλογικά φέρουν ευθύνη για ότι έχει συμβεί.

Παραδείγματα υπάρχουν πολλά ακόμη… Ο κατάλογος είναι απογοητευτικά μακρύς. Την ευθύνη για όλη αυτή την κατάσταση, η οποία εξελίσσεται απαράλλακτη μέχρι τις ημέρες μας όπως θα δούμε σε μεταγενέστερο αφιέρωμα, έχει τόσο η πολιτική όσο και η στρατιωτική ηγεσία της χώρας.

Όποιος έχει οποιαδήποτε ένσταση σχετικά με την αναλογία της ευθύνης από την πλευρά των στρατιωτικών ηγεσιών, παρακαλούμε να μας υποδείξει ποιοι αρχηγοί και σε ποιες περιπτώσεις, αφού κατήγγειλαν τις πολιτικές επιλογές που αποδεδειγμένα απέβησαν σε βάρος της άμυνας της χώρας, παραιτήθηκαν…

Το διαβάσαμε στο www.defence-point.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: