Σάββατο του Λαζάρου: Τα έθιμα, τα κάλαντα και τα Λαζαράκια

Κοινοποίηση:
Anastasi_Lazarou

Το Σάββατο του Λαζάρου γιορτάζεται πάντα 8 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα, είναι μέρα νίκης της ζωής επί του θανάτου και θεωρείται η «πρώτη Λαμπρή» αφού η εκ νεκρών έγερση του αγαπημένου φίλου του Χριστού θεωρείται πρoοικονομία της δικής του Ανάστασης.

 Το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαΐων έχουν τη μοναδική θέση στο εκκλησιαστικό έτος ως μέρες χαράς ανάμεσα στη Μεγάλη Σαρακοστή και τον θρήνο της Μεγάλης Εβδομάδας.

Τη μέρα αυτή την έχει περιβάλει ο λαός μας με όμορφα έθιμα. Σύμφωνα με την παράδοση οι γυναίκες ζυμώνουν για τα παιδιά μικρά ψωμάκια, τα οποία τα ονομάζουν «Λαζαράκια», «Λαζάρηδες» ή αλλιώς και «Λαζαρούδια», στα οποία δίνουν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως παριστάνεται στις εικόνες ο Λάζαρος, λέγοντας: «Λάζαρο, αν δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις». Όσα παιδιά έχει η οικογένεια τόσους «λαζάρηδες» πλάθουν.

 Τα παιδιά τη μέρα αυτή συγκροτούν ομάδες, επισκέπτονται τα σπίτια του χωριού ή της πόλης και τραγουδούν τραγούδια, τα λεγόμενα «λαζαρικά». Συνήθως κρατούν στα χέρια εικονική παράσταση του Λαζάρου και λέγονται και αυτά «Λάζαροι». Σε κάποιες περιοχές τα κάλαντα τα τραγουδούν μόνο κορίτσια, οι «Λαζαρίνες» οι οποίες την προηγούμενη μέρα ξεχύνονται στα χωράφια, μαζεύουν λουλούδια και στολίζουν τα καλαθάκια που θα κρατήσουν γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι. Μέσα σ’ αυτά τα καλαθάκια οι νοικοκυρές των σπιτιών από τα οποία θα περάσουν τα κορίτσια βάζουν αυγά που θα τα βάψουν την Μ. Πέμπτη, φρούτα, διάφορα φαγώσιμα ή μικρά φιλοδωρήματα.

Το πιο διαδεδομένο έθιμο για το Σάββατο του Λαζάρου είναι «τα κάλαντα του Λαζάρου».

Στα κάλαντα αποτυπώνεται η περιέργεια του λαού για το τι είδε ο Λάζαρος κατά την τριήμερη ταφή του. Στην πιο γνωστή τους εκδοχή, με διαφορετικές παραλλαγές ανά περιοχή, οι στίχοι τους λένε:

«– Πού ’σαι Λάζαρε, πού είναι η φωνή σου

που σε γύρευε η μάνα κι η αδερφή σου.

– Ήμουνα στη γη, στη γη βαθιά χωμένος

κι από τους εχθρούς, εχθρούς βαλαντωμένος.

Βάγια, βάγια των βαγιών,

τρώνε ψάρια, τον κολιό

και την άλλη Κυριακή,

ψήνουν το παχύ αρνί».

Άλλα λένε:
«Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια

ήρθε των Βαγιών η εβδομάδα.

Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,

ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.

Που ήσουν Λάζαρε; Που ‘σουν κρυμμένος;

Κάτω στους νεκρούς, στους πεθαμένους.

Δε μου φέρνετε, λίγο νεράκι,

πουν’ το στόμα μου, πικρό φαρμάκι.

Δε μου φέρνετε, λίγο λεμόνι,

πουν’ το στόμα μου, σαν περιβόλι.

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια,

ήρθε η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,

ήρθε η μάνα σου από την πόλη,

σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι.

Γράψε Θόδωρε και συ Δημήτρη,

γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι.

Το κοφνάκι μου θέλει αυγά,

κι η τσεπούλα μου λεφτά.

Βάγια Βάγια και Βαγιώ

τρώνε ψάρι και κολιό,

και την άλλη Κυριακή,

τρώνε το παχύ τ’ αρνί.»

Όπως και αυτό:
«-Λάζαρε, πες μας τι είδες,

εις τον Άδη που επήγες;

-Είδα φόβους, είδα τρόμους,

είδα βάσανα και πόνους.

Δώστε μου λίγο νεράκι,

να ξεπλύνω το φαρμάκι.

Της καρδούλας μου το λέω,

και μοιρολογώ και κλαίω.

Του χρόνου πάλι να ῾ρθούμε,

με υγεία να σας βρούμε.

Στον οίκο σας χαρούμενοι,

τον Λάζαρο να πούμε.

Σε τούτο τ᾿ αρχοντόσπιτο

πέτρα να μη ραΐσει.

Και ὁ νοικοκύρης του σπιτιού,

χρόνια πολλὰ να ζήσει.

Να ζήσει χρόνια εκατό,

και να τα ξεπεράσει.»

Η παράδοση λέει ότι από τότε που αναστήθηκε ο Λάζαρος δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο κανάτι και είπε την φράση: «Το ένα χώμα κλέβει το άλλο».

Από την Μακεδονία ως την Κρήτη και από το Αιγαίο έως το Ιόνιο τα ήθη και τα έθιμα έχουν ξεχωριστή θέση την περίοδο της Σαρακοστής, της Μ. Εβδομάδας και του Πάσχα κρατώντας τις παραδόσεις της Ελλάδας μας ζωντανές. Γι’ αυτό είναι όμορφο να μείνουμε κοντά στα έθιμα και τις παραδόσεις του τόπου μας, να τα αναβιώνουμε μαζί με τα παιδιά μας και να μην τα αφήσουμε να λησμονηθούν με το πέρασμα των χρόνων.

Είναι ένας τρόπος και εμείς οι μεγάλοι να ζήσουμε εντονότερα το νόημα των ημερών αυτών και τα παιδιά μας βιωματικά μέσα από τα κάλαντα, τις συζητήσεις και τις κατασκευές να τα γνωρίσουν καλύτερα να τα αγαπήσουν και να τα μεταφέρουν στις επόμενες γενιές.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: