Μίμης Παπαϊωάννου: Η συμβουλή του Καζαντζίδη που τον έπεισε να γυρίσει στο ποδόσφαιρο – Η ΑΕΚ, η Ρεάλ και το τραγούδι

Κοινοποίηση:
ΓΞΗΓ

Η είδηση του θανάτου του Μίμη Παπαϊωάννου σκόρπισε θλίψη όχι μόνο στο ελληνικό ποδόσφαιρο αλλά και σε ολόκληρη την χώρα.

Πέθανε ο Μίμης Παπαϊωάννου

Ένας λαϊκός ήρωας βγαλμένος από τις αλάνες μιας Ελλάδας που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της και τα ασπρόμαυρα στιγμιότυπα ενός ποδοσφαίρου που ήταν γεμάτο μύθους. Κι αυτός εκεί ανάμεσα τους… Να δίνει χρώμα στις Κυριακές. Για πολλούς ο κορυφαίος των κορυφαίων… Ακόμη και γι’ αυτούς που δεν τον πρόλαβαν στο γήπεδο και τον έμαθαν μέσα από τις διηγήσεις των τυχερών που τον είδαν να γητεύει την μπάλα. Κάπως έτσι δεν γίνεται άλλωστε με τους μύθους; Με το πέρασμα των χρόνων δεν σβήνουν… Μεγαλώνουν και γίνονται βίωμα και των επομένων γενεών.

Πρόκειται για τον κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή του 20ου αιώνα όπως αναγνωρίστηκε από την Διεθνή Υπηρεσία Στατιστικής Ποδοσφαίρου (IFFHS ) το 2000, ενώ το 2003 ψηφίστηκε ως ο τρίτος καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής από την ΕΠΟ για το εορτασμό των 50 χρόνων της UEFA. Κι όμως πόσο όμως διαφορετική θα ήταν η καριέρα και η ζωή του αν δεν είχε «ακούσει» την συμβουλή του φίλου του Στέλιου Καζαντζίδη; Μάλλον πολύ… Τελικά ο Μίμης Παπαϊωάννου κατάφερε να μείνει στην ιστορία όχι μόνο για τα επιτεύγματα του μέσα στους αγωνιστικούς χώρους αλλά και για την ερμηνεία του στον ύμνο της αγαπημένης ομάδας του… Της ΑΕΚ.

Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή. Από τότε που το τόπι και το μπουζούκι μονοπωλούσαν την καρδιά του. Με το πρώτο κατάφερε να κάνει όσες ντρίπλες δεν κατάφερε ποτέ να κάνει με το δεύτερο. Ένας αληθινός βιρτουόζος των γηπέδων που ακόμη και η «Βασίλισσα» Ρεάλ Μαδρίτης υποκλίθηκε στο ταλέντο του…

Ο Μίμης Παπαϊωάννου ξεκίνησε την καριέρα του στην ομάδα της γενέτειράς του, τη Νέα Γενεά Νέας Νικομήδειας. Το 1962 πήρε μεταγραφή στην ΑΕΚ έναντι 140.000 δραχμών.

Με την ΑΕΚ αγωνίστηκε επί 17 συνεχείς περιόδους και μαζί της γνώρισε μεγάλες διακρίσεις. Κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα Α΄ Εθνικής (1963, 1968, 1971, 1978, 1979) και τρία κύπελλα Ελλάδας (1964, 1966, 1978). Επίσης, αναδείχθηκε δύο φορές πρώτος σκόρερ (1964, 1966) και ήταν βασικός συντελεστής σε δύο εντυπωσιακές πορείες της ομάδας στα ευρωπαϊκά κύπελλα, το 1968-69 στο κύπελλο Πρωταθλητριών και το 1976-77 στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ.

Το 1979 σταμάτησε να αγωνίζεται στην Ελλάδα έπειτα από 480 αγώνες πρωταθλήματος. Πέτυχε 234 γκολ, ρεκόρ για την εποχή που κατέρριψε ο συμπαίκτης του Θωμάς Μαύρος 11 χρόνια αργότερα. Μέχρι σήμερα κατέχει την έκτη θέση σε συμμετοχές και την τρίτη θέση στους σκόρερ στην Α΄ Εθνική. Είναι δε στην πρώτη θέση στους σκόρερ με την ίδια ομάδα.

Τη χρονιά εκείνη μετέβη στις ΗΠΑ, όπου αγωνίστηκε για μια περίοδο στον Παγκύπριο Νέας Υόρκης ως παίκτης – προπονητής και κατάφερε να κατακτήσει το νταμπλ στο τοπικό πρωτάθλημα και κύπελλο. Αν και πλησίαζε τα 40 προσέλκυσε το ενδιαφέρον της κορυφαίας επαγγελματικής λίγκας των ΗΠΑ, της NASL, αλλά πλέον είχε αποφασίσει να σταματήσει.

Στην εθνική Ελλάδας αγωνίστηκε από το 1963 έως το 1978, σημειώνοντας ρεκόρ συμμετοχών (61) και τερμάτων (21) για την εποχή εκείνη. Σήμερα, κατέχει την 5η θέση στον πίνακα των σκόρερ όλων των εποχών με την εθνική ομάδα.

Η πρόταση της Ρεάλ Μαδρίτης

Στα 23 χρόνια του εντυπωσίασε ακόμη και τη «Βασίλισσα» της Ευρώπης, τη Ρεάλ Μαδρίτης. Στις 12 Μαΐου του 1965, η ΑΕΚ υποδέχεται στη Νέα Φιλαδέλφεια τη Ρεάλ Μαδρίτης. Ο Παπαϊωάννου έκανε «θαύματα» στον αγωνιστικό χώρο σκοράροντας δύο φορές. Ο φιλικός αγώνας έληξε ισόπαλος με 3-3 και οι Ισπανοί άφωνοι με το ταλέντο του Έλληνα ποδοσφαιριστή προσέγγισαν τη διοίκηση της ΑΕΚ για να αγοράσουν το «διαμάντι» της. Προσέφεραν 4 εκατομμύρια δραχμές στην «Ένωση» και τριετές συμβόλαιο με 750.000 στον παίκτη.

Όπως έχει διηγηθεί ο ίδιος, «ήταν μια ευκαιρία ζωής». «Δεν έκλεισα μάτι και η λαχτάρα μου, αν υπήρχε ‘μετρητής’ όπως στην πίεση και μου τη μετρούσαν, θα έσπαγε τα κοντέρ… Ήθελα πολύ να πάω στη Ρεάλ, με είχε ξεμυαλίσει η ιδέα να φορέσω τη φανέλα της σπουδαιότερης ευρωπαϊκής ομάδας, ωστόσο στην ΑΕΚ ήταν ανένδοτοι», είχε αφηγηθεί στον δημοσιογράφο Νίκο Κατσαρό, στη βιογραφία του «Ραντεβού στον Αέρα».

Όμως η ΑΕΚ δεν θα τον έδινε. «Ο Δημήτρης Σεβαστάκης, που ήταν τότε ο γενικός αρχηγός, μου μίλησε απλά και σταράτα: “Ρε Παπαϊωάννου, αγόρι μου, δεν μπορούμε να σε δώσουμε, επειδή τότε θα πρέπει να φύγουμε από την Αθήνα να μην μας δείρουν οι οπαδοί. Και δεν μπορούμε να φύγουμε, γιατί οι δουλειές μας είναι εδώ, όπως και οι οικογένειές μας…” Δεν με έδιναν. Θύμωσα, κάποια στιγμή εκνευρίστηκα και, ίσως χωρίς να το καλοσκεφτώ, είπα στη διοίκηση της ΑΕΚ μια-δύο κουβέντες παραπάνω, αλλά δεν ήταν εκφοβισμός. Απλώς, ένιωθα αδικημένος με την απόφαση της ΑΕΚ να μου κλείσει την πόρτα στην ευρωπαϊκή προοπτική και εξέλιξη και στη δόξα και φυσικά στην πιθανότητα να κερδίσω περισσότερα χρήματα. Εύλογο ήταν». Και αυτό αποτέλεσε την αιτία να αφήσει, προσωρινά όπως αποδείχθηκε, την μεγάλη του αγάπη, την μπάλα για το απωθημένο του… Το τραγούδι.

Η αγάπη του για το τραγούδι

Εκτός λοιπόν από το ποδόσφαιρο, το τραγούδι αποτέλεσε την δεύτερη μεγάλη αγάπη του Μίμη Παπαϊωάννου. Μπορεί να μην έκανε την καριέρα που ήλπιζε στα λαϊκά πάλκα, όμως κατάφερε να κάνει μια επιτυχία που μνημονεύεται ακόμη και σήμερα. Τον ύμνο της ΑΕΚ…

Σύμφωνα τα όσα έγιναν αργότερα γνωστά, το 1965 ο μουσικοσυνθέτης Χρήστος Νικολόπουλος είχε την ιδέα να γραφτεί ο ύμνος της ΑΕΚ μιας και δεν υπήρχε μέχρι τότε. Η ιδέα ήρθε σε μια περιοδεία στη Γερμανία που είχε πάει μαζί με τον σπουδαίο τραγουδιστή και οπαδό της ΑΕΚ Στέλιο Καζαντζίδη και την Μαρινέλλα. Μαζί ήταν και ο ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ, Μίμης Παπαϊωάννου που σκεφτόταν να σταματήσει το ποδόσφαιρο ως αντίδραση που η ΑΕΚ δεν δέχτηκε να πάρει μεταγραφή στη Ρεάλ Μαδρίτης.

Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, δημιουργήθηκε ο ύμνος και παίχτηκε πρώτη φορά στο τρένο για τη Γερμανία. Τραγουδήθηκε μια-δύο φορές πρόχειρα ενώ ο Καζαντζίδης συνέθετε τη μουσική, σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη και τον Νικολόπουλο που έπαιζε μπουζούκι.

Ο ύμνος όμως έμεινε στο… συρτάρι, μέχρι το 1971 που η ΑΕΚ πανηγύρισε το πρωτάθλημα. Το βράδυ της κατάκτησης του τίτλου αναζωπυρώθηκε η ιδέα, με τον Νικολόπουλο να καλεί τον αείμνηστο στιχουργό και συνθέτη Χρήστο Κολοκοτρώνη να ξαναγράψει τους στίχους, τους οποίους μελοποίησε τελικά ο συνθέτης…

Ο Στέλιος Καζαντζίδης έβαλε τις δικές του πινελιές στον ρυθμό και ήταν αυτός που παρότρυνε τον Μίμη Παπαϊωάννου να τον ερμηνεύσει. Έτσι κι έγινε, με αποτέλεσμα ένα αυγουστιάτικο πρωινό στο στούντιο της «Πολυφών» στην οδό Πατησίων να ηχογραφείται σε δίσκο ο ύμνος της ΑΕΚ, που στη δεύτερη πλευρά του είχε ένα λαϊκό τραγούδι με τίτλο “Μες στη φωτιά μου”.

Η συμβουλή του Καζαντζίδη

Στην αυτοβιογραφία του, «Ραντεβού στον αέρα», ο Μίμης Παπαϊωάννου αποκαλύπτει άγνωστες λεπτομέρειες από την γνωριμία του με τους Καζαντζίδη και Νικολόπουλο κια τον σημαντικό ρόλο που έπαιξαν στην ζωή του:

«Όταν ήμουν στο χωριό, είχα «λόξα» με τα λαϊκά τραγούδια. Μου άρεσε πολύ ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ήταν βλέπεις, πέρα από τραγουδισταράς και Πόντιος, κι αυτός λαϊκός. Είχα κι ένα μπουζούκι και προσπαθούσα να μάθω, αλλά δεν τα κατάφερνα, παιδευόμουνα πολύ και το αποτέλεσμα όχι αυτό που ποθούσε η ψυχή μου. Πολύ πιο δύσκολο απ’ το να ντριπλάρω με το αριστερό ή να στέλνω τη μπάλα στα δίχτυα.

Κάπου εκεί προέκυψε η γνωριμία μου με το Χρήστο Νικολόπουλο, ο οποίος βάσταγε από ένα γειτονικό χωριό, το Καψοχώρι. Επειδή, λοιπόν, ο Νικολόπουλος έπαιζε πολύ ωραίο μπουζούκι, τον φώναζαν στα πανηγύρια και στα χωριά. Και τα πανηγύρια την εποχή εκείνη αποτελούσαν τη μοναδική μας διασκέδαση.

Πηγαίναμε κι εμείς μαζί του, η ομάδα του χωριού και επειδή συνήθως έπαιζε Καζαντζίδη, έλεγα κι εγώ ένα-δυο τραγουδάκια και χόρευαν οι φίλοι μου. Όταν όμως ήρθα στην Αθήνα, γνώρισα τον Στέλιο Καζαντζίδη. Ήταν Αεκτζής, τον γνώριζε ο Νεστορίδης και αργότερα, όταν κατέβηκε από το χωριό ο Νικολόπουλος γνωρίστηκε και αυτός με το μεγάλο βάρδο και έπαιξε μαζί του.

Όταν λοιπόν προέκυψε η κόντρα μου στην ΑΕΚ για το θέμα της Ρεάλ, Καζαντζίδης και Νικολόπουλος έφτιαχναν σχήμα, ώστε με συγκρότημα να πάνε στη Γερμανία για τουρνέ. «Αφού η ΑΕΚ δε σε θέλει, έλα μαζί μας» μου είπε ο Στέλιος και με επηρέασε. Έτσι, ξεκίνησα πρόβες, μπήκα στο συγκρότημα…

Ο Χρήστος ήταν ο «αυτουργός», ώστε να με πάρουν μαζί στην περιοδεία, η οποία κράτησε δύο μήνες. Τις πρώτες έξι εβδομάδες δίναμε συναυλίες για τους ομογενείς σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους και όχι σε λαϊκά μαγαζιά.

Είπαν τότε κάποιοι ότι τραγουδούσα κάθε βράδυ σε μπουζουξίδικα. Λάθος. Ουσιαστικά κάναμε συναυλίες. Μια παράσταση την Παρασκευή, μία το Σάββατο και ακόμη μία το απόγευμα της Κυριακής. Ήταν πολύ μεγάλη εμπειρία για μένα, αφού από τη μία έκανα το κέφι μου και από την άλλη γνώριζα κόσμο. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι δεν ξενυχτούσα…

Ήμουν τυχερός στη ζωή μου, που υπήρξα φίλος του Στέλιου Καζαντζίδη. Όχι τόσο επειδή υπήρξε ο μεγαλύτερος λαϊκός τραγουδιστής που ανέδειξε ποτέ η Ελλάδα, όσο για το γεγονός ότι από αυτόν το μέγιστο βάρδο, έμαθα να μετράω την ψυχή περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή…

Ο Στέλιος όταν βρισκόμουν σε δίλημμα για το τι ακριβώς έπρεπε να αποφασίσω να κάνω στη ζωή μου, ήταν ο φίλος που μου έδωσε τη σωστή συμβουλή. «Μίμη, στο τραγούδι το παλεύεις, θα είσαι βιοπαλαιστής. Έχω την εντύπωση πως πρέπει να γυρίσεις σ’ αυτό που ξέρεις να κάνεις καλά και είμαι βέβαιος πως θα δικαιωθείς. Πήγαινε να παίξεις ποδόσφαιρο και κάποια μέρα θα με θυμηθείς». Μου το είπε απλά, και μόνον όταν του ζήτησα τη γνώμη του…

Μετά από χρόνια, όταν ξαναβρεθήκαμε, τότε με τη μεγάλη φασαρία και τη δίκαιη έκρηξή του για την «αιχμαλωσία», όπως έλεγε αναφερόμενος στις διαφορές του με τη δισκογραφική εταιρία, νομίζω πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ανταποδώσω τη συμβουλή, χωρίς να ήμουν ο σοφός ή ο σωστός κριτής των πραγμάτων…

Μετά από λίγες μέρες, προέκυψε η καταπληκτική δουλειά του Στέλιου με το Υπάρχω, ένα θυελλώδη δίσκο, που έβγαλε ένα χείμαρρο πόνου, μια ρωμαλέα φωνή, μια διαδρομή του καλλιτέχνη που καθήλωνε. Νομίζω πως λίγοι έχουν δικαίωμα να μιλούν για τον Καζαντζίδη και πολύ λιγότεροι να θεωρούν τον εαυτό τους φίλο του».

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: