Η άγνωστη πλευρά του Βασίλη Αυλωνίτη: Το πάθος που τον άφηνε άφραγκο

Κοινοποίηση:
4_757

Για πολλούς είναι ο πιο ταλαντούχος ηθοποιός της γενιάς του, για αρκετούς γενικά ο πιο ταλαντούχος Έλληνας που πάτησε ποτέ το θεατρικό σανίδι.

Για τον Βασίλη Αυλωνίτη αυτό που προέκυψε από… σπόντα στη ζωή του ήταν τελικά και το πεπρωμένο του. Αυτό που χωρίς ποτέ να το σπουδάσει διαπίστωσε κάποια στιγμή ότι γεννήθηκε για να κάνει.

Το πηγαίο χάρισμα του στην υποκριτική θα έμενε ενδεχομένως για πάντα ανεξερεύνητο, αν δεν είχε από νεαρή ηλικία αναγκαστεί να εργαστεί σε διάφορες περιστασιακές δουλειές ως μεροκαματιάρης για να ενισχύσει οικονομικά την εγκαταλελειμμένη από τον πατέρα του οικογένειά του. Αχθοφόρος και εργάστης σε βιοτεχνία κατασκευής τσαντών ήταν δύο από αυτές.

Μετά την ενηληκίωση και την ολοκλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων, αξιοποίησε μια γνωριμία και ανέλαβε χρέη βοηθού σκηνογράφου στο θέατρο «Έντεν» στη γειτονιά του, στο Θησείο, με μορφή εργασίας που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε «ευέλικτη».

Με την κωμική φύση φύση και το χιούμορ του, εξελίχθηκε στον αγαπημένο του θιάσου και τα βράδια ακολουθούσε τους ηθοποιούς στο γειτονικό ταβερνάκι, όπου καθιερώθηκε ως ο «πλακατζής» της παρέας.

Τότε ήταν που ο θεατρικός επιχειρηματίας Θόδωρος Σκούρας διέγνωσε το ταλέντο του και τον ώθησε στη σκηνή, υποκινούμενος από το επικοινωνιακό χάρισμα, τους αυτοσχεδιασμούς και τις χαρακτηριστικές γκιμάτσες του.

Πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία 20 ετών (1924) στην οπερέτα «Το κορίτσι της γειτονιάς» και αμέσως κέρδισε το χειροκρότημα του κοινού. Ακολούθησε η πρώτη επίσημη εμφάνιση του, σε αναβαθμισμένο ρόλο, στην θεατρική παράσταση «Ερωτικές Γκάφες», στο θίασο της Ελένης Ζαφειρίου.

Ήταν τόσο ραγδαία η εξέλιξη του και η απήχηση του στο κοινό, που μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα έκανε στροφή προς την επιθεώρηση, ως επικεφαλής δικού του πια θιάσου («Κρίνονας»).

Οι κινηματογραφικοί ρόλοι ήταν μόνο η εμπορική πλευρά της σαρωτικής επιτυχίας του «γεννημένου κωμικού», που σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έχτισε το δικό του μύθο στην αθηναϊκή επιθεώρηση.

Ο Αυλωνίτης δεν φοίτησε ποτέ σε θεατρική σχολή και εξάπλωσε τη φήμη του ως ένας γίγαντας τη κωμωδίας, με τη μοναδική ικανότητα να αυτοσχεδιάζει επί σκηνής, προκαλώντας το γέλιο ακόμα και με ατάκες που δεν ήταν γραμμένες στο σενάριο.

Μολονότι όμως κορυφαίος στο είδος του, ο Αυλωνίτης δεν έκανε ποτέ περιουσία. Και για αυτό ευθύνεται ένα πάθος που έως και σήμερα είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό. Όσο αγαπούσε το θέατρο ο Αυλωνίτης, άλλο τόσο αγαπούσε τον τζόγο και συγκεκριμένα τα… άλογα.

Σε δημοσίευμα του «Βήματος» το 1963, περιγράφεται ως ένας από τους πιο τακτικούς θαμώνες του Ιπποδρόμου Φαλήρου. Ο εθισμός του ήταν τέτοιος, που η αγαπημένη φίλη και συμπρωταγωνίστρια στις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες του, Γεωργία Βασιλειάδου, τον έπεισε κάποια στιγμή να της δίνει τα χρήματά του για να τα φυλάσσει, προκειμένου να μην τα ξοδεύει.

Ο Αυλωνίτης το έκανε για ένα χρονικό διάστημα, αλλά κάποια στιγμή έμεινε ρέστος και της τα ζήτησε. Το αποτέλεσμα ήταν να μαλώσουν και έκτοτε η Βασιλειάδου να τον αποκαλεί «κεφάλα».

Με τη γνωστή χιουμοριστική του διάθεση – σήμα κατατεθέν της προσωπικότητας του, ο ηθοποιός διακωμωδούσε και το πάθος του για τα άλογα. Όταν του έλεγαν «βρε Βασίλη, τι τι θες την πράσινη τσόχα», εκείνος απαντούσε ότι «ο οφθαλμίατρος μου συνέστησε να βλέπω πράσινο».

Πέρα όμως από την όποια πλάκα, το συγκεκριμένο «χόμπι» αποδείχτηκε ιδιαίτερα ακριβό για τον Αυλωνίτη, ο οποίος αναγκάστηκε να παίξει σε αρκετούς ρόλους δυσανάλογους με το ταλέντό του για να «ρεφάρει» την οικονομική ζημιά.

Στην τηλεοπτική εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου» η Άννα Φόνσου είχε αποκαλύψει ότι κάποια στιγμή ο Αυλωνίτης την παρακάλεσε να του βρίσκει μικρούς ρόλους στις ταινίες που έπαιζε, γιατί είχε ανάγκη τα λεφτά. «Ήταν κάτι που μου είχε φανεί πολύ αστείο, να με παρακαλάει ένας άνθρωπος που είχα θαυμάσει τόσο πολύ για ένα ρολάκι. Ωστόσο, πράγματι, σε όποιες ταινίες είχα τη δύναμη, έπαιζε και ο Βασίλης».

Παλιοί συνάδελφοι του μεγάλου ηθοποιού θυμούνται ότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε γίνει αρκετά απόμακρος εξαιτίας αυτού του πάθους. Ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την υγεία του.

Έπασχε από από χρόνια βρογχίτιδα και τον Φεβρουάριο του 1970 χρειάστηκε να νοσηλευθεί στο νοσοκοµείο, ύστερα από μία κρίση. Η κατάστασή του όμως επιδεινώθηκε, εξελίχθηκε σε πνευµονικό οίδηµα και βρογχοπνευµονία. «Έφυγε» αιφνίδια, στις 10 Μαρτίου του ’70, σε ηλικία μόλις 66 ετών.

«Πικραμένος» από τα αγαπημένα του άλογα, αλλά λατρεμένος μεταξύ οικείων και θαυμαστών, που στο τέλος της μέρας τον είχαν κάνει να αισθάνεται ένας από τους πιο… τυχερούς ανθρώπους στον κόσμο.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: