Επιχείρηση «Χρυσός»: Η πιο επιτυχημένη επιχείρηση της CIA στον Ψυχρό Πόλεμο

Κοινοποίηση:
x2

CIA και ΜΙ6 αποφασίζουν να προβούν σε μια επιχείρηση κύρους και πληροφοριών. Αποφασίζουν να παγιδεύσουν τα επικοινωνιακά δίκτυα των Σοβιετικών στο Βερολίνο, μέσω μιας υπόγειας σήραγγας κάτω από τα «σύνορα» της δυτικής και της ανατολικής ζώνης. Ενας «τυφλοπόντικας», όμως, αποκαλύπτει τα σχέδια των Δυτικών στην KGB, η οποία τα ακυρώνει. Το όνομα του «Εφιάλτη» ήταν Τζορτζ Μπλέικ.

Με το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η πρώην κραταιά πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ, το Βερολίνο, είχε καταστραφεί πλήρως. Το μένος των Σοβιετικών για τις θηριωδίες των Ναζί στη χώρα τους ήταν αρκετό για να τους οδηγήσει να καταστρέψουν εκ βάθρων τη γερμανική πρωτεύουσα θέλοντας να τη μεταβάλουν σε μια νέα «Περσέπολη». Η καταστροφή αυτή δεν ολοκληρώθηκε χάρις στην επέμβαση της Δύσης.
Το δράμα όμως του γερμανικού λαού στο Βερολίνο, μόλις είχε αρχίσει…

Κατόπιν συμφωνίας των συμμαχικών δυνάμεων, μετά την ανακωχή, τον Μάιο του 1945, η πόλη χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες πολιτικο-στρατιωτικού ελέγχου, την αμερικανική, τη σοβιετική, τη βρετανική και τη γαλλική. Στη γερμανική πρωτεύουσα το σκηνικό του Ψυχρού Πολέμου άρχισε να στήνεται από τις πρώτες κιόλας πανηγυρικές ημέρες της νίκης των Συμμάχων επί του Άξονα.

Η σοβιετική διοίκηση και οι υπηρεσίες της αρχίζουν σταδιακά να δημιουργούν τα «ώτα» τους στο Βερολίνο και στη Δυτική Γερμανία μέσα στις πολυπληθείς στρατιωτικές και διπλωματικές αποστολές των Δυτικών, όσο και μέσα στον πληθυσμό της πόλης. Το Κρεμλίνο θα καταφέρει να διεισδύσει στα μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα της Δυτικής Γερμανίας και να στρατολογήσει επιφανείς πολιτικούς, δημοσιογράφους και τραπεζίτες.

Οι Αμερικανοί με τη σειρά τους αναδιοργανώνουν τις δικές τους υπηρεσίες πληροφοριών. Το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (Office of Strategic Services/OSS), διαλύεται και για τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, πριν θεσμοθετηθεί η CIA και οι στρατιωτικές υπηρεσίες παίζουν τον κυριότερο ρόλο στη συλλογή πληροφοριών στην κατεστραμμένη πόλη.

Τους Αμερικανούς ακολουθούν Βρετανοί και Γάλλοι. Οι υπηρεσίες πληροφοριών τους έπρεπε πια να λειτουργούν και να επιχειρούν σε ένα ειρηνικό περιβάλλον. Αυτό σήμαινε μετάβαση από τις επιχειρησιακές προτεραιότητες του πολέμου (π.χ. διατήρηση ομάδων δολιοφθορών και υποστήριξή τους με προσωπικό και υλικό) σε αυτές της ειρηνικής περιόδου (δημιουργία δικτύων πληροφοριοδοτών σε εδάφη και κυβερνητικούς μηχανισμούς υπό την άμεση σοβιετική επιρροή).

Το 1948 ήταν ένα από σημαντικότερα έτη του ψυχροπολεμικού Βερολίνου, όταν οι Σοβιετικοί προχώρησαν στον πλήρη αποκλεισμό του δυτικού τμήματος της πόλης. Η εισαγωγή νέου νομίσματος, του δυτικού μάρκου, ήταν η πρόφαση που περίμενε για αρκετό καιρό ο Ιωσήφ Στάλιν για να δοκιμάσει την αντοχή των Δυτικών. Η Δύση όμως, με τη μνημειώδη αερογέφυρα σωτηρίας απέδειξε έμπρακτα ότι δεν θα υπέκυπτε στις πιέσεις του Κρεμλίνου.

Οι αυταπάτες στα κέντρα των αποφάσεων και στις υπηρεσίες της Δύσης έπαυσαν πλέον. Αντίπαλοι στον αγώνα κυριαρχίας στο Βερολίνο δεν είναι πια οι εναπομείναντες Ναζί, αλλά οι Σοβιετικοί, οι οποίοι εννέα χρόνια αργότερα θα προχωρούσαν στην πλήρη διχοτόμηση της πόλης με την ανέγερση του ομώνυμου τείχους.

Επιχείρηση «Χρυσός»

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και τις αρχές του 1950 οι σταθμοί των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών στο Βερολίνο διαπίστωσαν ότι οι σοβιετικές Αρχές χρησιμοποιούν νέα δίκτυα επικοινωνιών ανάμεσα στα γενικά επιτελεία, τις μονάδες και την κεντρική διοίκηση της KGB στην Ανατολική Γερμανία και στο νοσοκομείο του Αγίου Αντωνίου στο Κάρλσχορστ, που βρισκόταν λίγο πιο έξω από το Βερολίνο.

Στις αρχές του 1951 ο διοικητής της Βάσης Επιχειρήσεων της CIA στο Βερολίνο, Γουίλιαμ Χάρβεϊ ενημερώθηκε από υφισταμένους του ότι οι Σοβιετικοί αντικαθιστούσαν σταδιακά τις ασύρματες επικοινωνίες τους με επίγεια ενσύρματα δίκτυα. Οι Αμερικανοί διαπίστωσαν ότι αυτές οι αλλαγές είχαν άμεσες συνέπειες στη συλλογή πληροφοριών για τις σοβιετικές προθέσεις και κινήσεις αναφορικά με το Βερολίνο.

Οι δυτικές υπηρεσίες είχαν απέναντί τους το σοβιετικό υπουργείο Κρατικής Ασφαλείας, τον προκάτοχο της KGB, που διατηρούσε υπό τον έλεγχό του τα ενσύρματα επίγεια και εναέρια δίκτυα επικοινωνιών στο Ανατολικό Βερολίνο και την Ανατολική Γερμανία. Τα εναέρια καλώδια χρησιμοποιούνταν από ανώτατα στελέχη του Στρατού, των υπηρεσιών ασφαλείας, του κόμματος και της σοβιετικής κρατικής μηχανής.

Αποτελούσαν εκ των πραγμάτων έναν εξαιρετικά δυσπρόσιτο στόχο για Αμερικανούς και Βρετανούς εφόσον φυλάσσονταν στενά από περιπόλους και ήταν σε αυτά εγκατεστημένες εξελιγμένες συσκευές ασφαλείας που κρυπτογραφούσαν τη φωνή των συνδιαλεγομένων. Σταδιακά λοιπόν άρχισε να αναπτύσσεται στην αμερικανική πλευρά προβληματισμός για το κατά πόσο οι Δυτικοί θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν τα επίγεια δίκτυα επικοινωνιών των Σοβιετικών.

Το σκεπτικό μιας επιχείρησης υποκλοπής ήταν απλό. Εφόσον ήταν δυνατόν να εντοπιστεί και να παγιδευθεί κάποιο επίγειο δίκτυο, θα ήταν πολύ δύσκολο για τους Σοβιετικούς να ανακαλύψουν ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά».

Ήδη η βρετανική ΜΙ6 είχε εμπειρία υποκλοπής σοβιετικών επιγείων δικτύων. Από το 1949 οι Βρετανοί υπέκλεπταν επίγειες επικοινωνίες των σοβιετικών δυνάμεων στην Βιέννη. Η Επιχείρηση «Ασήμι», όπως είχε ονομασθεί, βασιζόταν στην ανακάλυψη των προπολεμικών επιγείων επικοινωνιακών δικτύων που χρησιμοποιούσε η αυστριακή κυβέρνηση.

Οι Σοβιετικοί, αναπτύσσοντας τα δίκτυά τους, τα ενσωμάτωναν πολλές φορές στους προπολεμικούς αυστριακούς κυβερνητικούς κόμβους. Οι Βρετανοί, σκάβοντας από το υπόγειο ενός σπιτιού στη Βιέννη περί τα 35 μέτρα, είχαν καταφέρει να εντοπίσουν και να παγιδέψουν τα τηλεφωνικά καλώδια που χρησιμοποιούνταν από το σοβιετικό αρχηγείο της πόλης. Η CIA αποφάσισε να συνδράμει τη βρετανική προσπάθεια και έτσι από το 1951 το «Ασήμι» έγινε, εκτός από κοινή επιχείρηση, ο προπομπός μιας μελλοντικής επιχείρησης στο Βερολίνο.

Η βάση της CIA στο Βερολίνο εστίασε την προσοχή της σε στελέχη της εταιρείας τηλεπικοινωνιών του Δυτικού Βερολίνου. Απώτερος σκοπός ήταν ο εντοπισμός εργαζομένων στο Ανατολικό Βερολίνο, οι οποίοι θα ήταν σε θέση να δώσουν πληροφορίες για τα επίγεια σοβιετικά δίκτυα και τους χρήστες τους. Η δημιουργία επαφών με υπαλλήλους σταθμών τηλεπικοινωνιών από το Δυτικό και το Ανατολικό Βερολίνο ξεκίνησε το 1952.

Τη χρονιά αυτή μέλη του Τομέα Δ΄ του Γραφείου Ειδικών Επιχειρήσεων της CIA στο Βερολίνο, που είχε ως κύρια αποστολή επιχειρήσεις κατά αντίπαλων επικοινωνιακών δικτύων, κατάφεραν να στρατολογήσουν ένα στέλεχος του ταχυδρομικού γραφείου μέσω του οποίου διεξάγονταν υπεραστικά τηλεφωνήματα από το Βερολίνο στο Λίχτενμπουργκ. Το άτομο αυτό προμήθευσε τη CIA με καταλόγους συνδρομητών-χρηστών των καλωδίων που διαχειριζόταν.

Οι ογκώδεις κατάλογοι μεταφέρονταν από τον ίδιο κοντά στα όρια του σοβιετικού με τον αμερικανικό τομέα, όπου ο Ουόλτερ Ο’́Μπράιαν, στέλεχος του Τομέα Δ΄, τους φωτογράφιζε. Σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 1952 η βάση της CIA έκανε επαφές με άτομα που εργάζονταν σε παρόμοιες θέσεις στο Ανατολικό Βερολίνο προκειμένου να επαληθεύει συνεχώς τις πληροφορίες που συνέλεγε, ούτως ώστε να ήταν κάποια στιγμή δυνατός ο εντοπισμός του «αδύνατου» σημείου των σοβιετικών επιγείων δικτύων.

Η υπό σχεδίαση επιχείρηση εισήλθε σε νέα φάση με τη στρατολόγηση μιας γυναίκας που εργαζόταν στο ίδιο ταχυδρομικό γραφείο (Βερολίνου-Λίχτενμπουργκ). Κύρια δουλειά της «πηγής», με το κωδικό όνομα «Το Κορίτσι των Αριθμών», ήταν να συνδέει τις γραμμές υπεραστικών κλήσεων που χρησιμοποιούνταν από τις σοβιετικές και ανατολικογερμανικές Αρχές.

Η ίδια διατηρούσε υπηρεσιακές καρτέλες με στοιχεία του κάθε συνδρομητή και της γραμμής που χρησιμοποιούσε. Η ύπαρξη αυτού του πληροφοριοδότη θεωρήθηκε από τους Αμερικανούς κάτι «πολύ καλό για να είναι αληθινό». Η επιβεβαίωση όμως μέσω άλλων πηγών, των πληροφοριών που παρέδιδε η γυναίκα, όπως από έναν νομικό που εργαζόταν στο υπουργείο Ταχυδρομείου και Τηλεπικοινωνιών της Ανατολικής Γερμανίας και από έναν υπάλληλο του ίδιου οργανισμού που παρέδωσε έναν χάρτη με την ακριβή θέση των επιγείων δικτύων στην περιοχή του Βερολίνου, έκανε τη CIA να ελπίζει ότι η επιχείρηση θα μπορούσε να επιτύχει.

Με τη συλλογή και ανάλυση των παραπάνω στοιχείων οι Αμερικανοί κατάφεραν να χαρτογραφήσουν τα δίκτυα. Ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1953, ένας άνθρωπος της CIA που εργαζόταν σε ταχυδρομικό γραφείο του Ανατολικού Βερολίνου κατάφερε να συνδέσει μια τηλεφωνική γραμμή του επιγείου σοβιετικού δικτύου σε ένα κύκλωμα του Δυτικού Βερολίνου. Για λίγη ώρα ένας τεχνικός της CIA που παρουσιάστηκε ως υπάλληλος της υπηρεσίας ταχυδρομείου του Δυτικού Βερολίνου κατάφερε να μαγνητοφωνήσει μια τυχαία συνομιλία δυο Σοβιετικών αξιωματούχων, η οποία κρίθηκε «ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα» από τα στελέχη της βάσης της CIA.

Στα τέλη του καλοκαιριού, τον Αύγουστο, στάλθηκε από το Βερολίνο η επίσημη πρόταση για την ανάληψη της επιχείρησης υποκλοπής των σοβιετικών δικτύων στον διευθυντή της CIA Άλλεν Ντάλες. Η πρόταση περιεχόταν σε ένα υπόμνημα του στρατηγού Λουκιανού Τρούσκοτ, επικεφαλής του Γραφείου Ειδικών Επιχειρήσεων της CIA στη Γερμανία.

Η προτεινόμενη επιχείρηση θα διεξαγόταν μέσα από ένα τούνελ 500 περίπου μέτρων, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα βρισκόταν μέσα στα εδαφικά όρια του Ανατολικού Βερολίνου. Ο διευθυντής της CIA έδωσε την έγκρισή του για την επιχείρηση «Χρυσός» στις 20 Ιανουαρίου του 1954. Οι επιχειρησιακές προετοιμασίες από πλευράς της βάσης της CIA στο Βερολίνο άρχισαν πια να επισπεύδονται.

Από τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού της επιχείρησης, οι Αμερικανοί από φόβο «διαρροής» περιόρισαν στο ελάχιστο τον κύκλο των ατόμων που γνώριζαν για την υπό σχεδίαση επιχείρηση. Ανώτερα στελέχη της CIA δεν ενημερώθηκαν παρά αφότου ανέλαβαν υπηρεσία στο Βερολίνο αποκλειστικά στο συγκεκριμένο σχέδιο. Μοιραία, όμως, η επιχείρηση έγινε γνωστή στην KGB από έναν «τυφλοπόντικα» στη ΜΙ6, τον Τζορτζ Μπλέικ.

Ο «Τυφλοπόντικας»

Με τον παραπάνω όρο στην ανεπίσημη γλώσσα των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας προσδιορίζεται ένα άτομο το οποίο κατέχοντας μια σημαντική θέση σε έναν κυβερνητικό οργανισμό παρέχει πληροφορίες σε αντίπαλη υπηρεσία πληροφοριών.

Ο Τζορτζ Μπλέικ, ενώ εργαζόταν ως αξιωματικός πληροφοριών στην ΜΙ6, ήταν ο άνθρωπος που προειδοποίησε έγκαιρα τους Σοβιετικούς για τα σχέδια των Βρετανών και των Αμερικανών να υποκλέψουν τις επικοινωνίες τους στο Βερολίνο.

Μεγαλωμένος στο Κάιρο από έναν θείο του που ήταν συνιδρυτής του αιγυπτιακού κομμουνιστικού κόμματος, με μητέρα Ολλανδή και πατέρα Βρετανοεβραίο, ο Μπλέικ πήρε μέρος στην ολλανδική αντίσταση κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κατόπιν κατατάχθηκε στο Βασιλικό Ναυτικό.

Προτού τελειώσει ο πόλεμος, το 1944 εντάχθηκε στην ΜΙ6, τα στελέχη της οποίας δεν ανίχνευσαν στον νεοπροσληφθέντα Μπλέικ τη λανθάνουσα ιδεολογική επιρροή του θείου του. Πέντε χρόνια μετά, το 1949, ο Μπλέικ αποσπάστηκε στη βρετανική διπλωματική αποστολή στη Σεούλ. Το 1950, με το ξέσπασμα του πολέμου της Κορέας, συνελήφθη μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό από τον βορειοκορεατικό Στρατό που εισέβαλε στην πόλη.

Αιχμάλωτος ήδη για έναν χρόνο, ο Μπλέικ θα δώσει στους Βορειοκορεάτες δεσμοφύλακές του ένα σημείωμα γραμμένο στα ρώσικα, σύμφωνα με το οποίο επιθυμούσε να επικοινωνήσει με μέλη της σοβιετικής πρεσβείας στη Βόρεια Κορέα για την παροχή από μέρους του απορρήτων πληροφοριών. Σε συνάντησή του με αξιωματούχο της KGB παραδέχθηκε ότι υπηρετούσε στην ΜΙ6 και προθυμοποιήθηκε να εργαστεί για τις σοβιετικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Ύστερα από μια σειρά επιτυχών συνεντεύξεων-ανακρίσεων ο Μπλέικ εντάχθηκε στην ΚGB με το κωδικό όνομα «Διομήδης». Η λήξη του πολέμου της Κορέας και η απελευθέρωση των αιχμαλώτων το 1953, σήμαναν την επιστροφή του Μπλέικ στη Βρετανία. Ο «Διομήδης», ένας «ήρωας-αιχμάλωτος» θα περάσει την υπηρεσιακή του άδεια το ίδιο έτος στην Ολλανδία, όπου και θα ολοκληρωθεί η στρατολόγησή του από την KGB.

Για την ΚGB ο «Διομήδης» αξιολογήθηκε ως «πηγή» εξαιρετικής σημασίας, η ύπαρξη της οποίας δεν θα έπρεπε να διακινδυνευθεί σε καμία περίπτωση. Έτσι ελάχιστοι ανώτατοι αξιωματούχοι της γνώριζαν την πραγματική του ταυτότητα και πού εργαζόταν. Σύμφωνα με το Σεργκέι Κοντράσεβ, «ελεγκτή» του «Διομήδη» στο Λονδίνο την εποχή εκείνη, μόνο 3 ανώτατοι αξιωματικοί της Α΄ Γενικής Διεύθυνσης (Συλλογή Πληροφοριών) της KGB γνώριζαν την ύπαρξη του Βρετανού «τυφλοπόντικα» στην ΜΙ6. Ο διευθυντής της Α΄ Διεύθυνσης ενημέρωσε τον ομόλογό του της Θ΄́Διεύθυνσης (Ασφάλεια Επικοινωνιών) αποκλειστικά για διαδικαστικούς λόγους, επειδή ο «τυφλοπόντικας» σχετιζόταν με τη συλλογή πληροφοριών από τηλεπικοινωνιακά μέσα και υποκλοπές.

Ο Μπλέικ έδωσε αρχικά στους Σοβιετικούς πληροφορίες για δίκτυα κατασκόπων των Δυτικών στην Ανατολική Γερμανία κατά τα έτη 1953-1955 και για επιχειρήσεις υποκλοπών και παραβίασης του απορρήτου του διπλωματικού ταχυδρομείου εις βάρος σοβιετικών αποστολών και εγκαταστάσεων στο Λονδίνο. Ο ίδιος παραδέχθηκε στα απομνημονεύματά του, το 1990, ότι περίπου 400 κατάσκοποι των Δυτικών συνελήφθησαν από πληροφορίες που έδωσε στην KGB. Αν και έγραψε ότι κανείς τους δεν έπαθε τίποτα, αρκετοί ιστορικοί αμφισβητούν ανοιχτά τους ισχυρισμούς του. Πολλοί κατάσκοποι εκτελέστηκαν και άλλοι φυλακίστηκαν για χρόνια.

Ως ειρωνεία της τύχης, ο Μπλέικ ήταν ένα από τα μέλη της ομάδας της ΜΙ6 που ενημερώθηκαν στις 22 Οκτωβρίου του 1953 από τους Αμερικανούς. Ο «Διομήδης» που είχε ήδη δώσει πληροφορίες στον Σοβιετικό «ελεγκτή» του στο Λονδίνο για την επιχείρηση «Ασήμι», κατάφερε να του μεταφέρει αυτούσια τα πρακτικά συσκέψεων της CIA και της ΜΙ6 μεταξύ 16-18 Δεκεμβρίου του 1953, αναφορικά με την υπό σχεδίαση επιχείρηση.

Η συνάντηση των δύο ανδρών έλαβε χώρα στον δεύτερο όροφο ενός λονδρέζικου λεωφορείου στις 18 Ιανουαρίου του 1954. Ο «Διομήδης» παρέδωσε ένα αντίγραφο καρμπόν των πρακτικών το οποίο ο «ελεγκτής» του, ο Κοντράσεβ, πήρε χωρίς να το φωτογραφίσει, επειδή σε κάπoια σημεία φαινόταν δυσανάγνωστο. Η επιχείρηση ήταν πια καταδικασμένη.

Η KGB είχε στη διάθεσή της ακριβείς πληροφορίες για το πού θα λάμβανε χώρα η επιχείρηση, ποιοι αξιωματικοί πληροφοριών των δυτικών υπηρεσιών είχαν εμπλακεί, ποια επίγεια καλώδια αποτελούσαν στόχους, πού περίπου βρίσκονταν τα εν λόγω δίκτυα και τι είδους εξοπλισμός θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί από τους Δυτικούς.

Επιπρόσθετα, οι Σοβιετικοί έλαβαν από τα πρακτικά τις εκτιμήσεις της CIA και της MI6 για τον αριθμό του προσωπικού που θα χρειαζόταν για την υποστήριξη της επιχείρησης και την επεξεργασία των πληροφοριών. Οι μαγνητοταινίες με τις υποκλοπές θα παραδίδονταν, μέρα παρά μέρα, στη βρετανική κρυπτογραφική υπηρεσία (General Communications Head Quarters/ GCHQ) και στην αμερικανική υπηρεσία Εθνικής Ασφαλείας (National Security Agency/ NSA).

Το Κρεμλίνο όμως προσανατολίσθηκε σταθερά, όπως θα δούμε παρακάτω, στην απόλυτη προστασία της «πηγής» του, επιλογή που προκάλεσε δυσχέρειες στην εκμετάλλευση των ήδη παρασχόντων πληροφοριών σχετικά με την επιχείρηση «Χρυσός».

To τούνελ του Βερολίνου

Μετά την έγκριση του Άλεν Ντάλλες, οι προετοιμασίες για την επιχείρηση επιταχύνονται. Αμερικανοί και Βρετανοί έχουν ήδη καταλήξει στην τοποθεσία των καλωδίων-στόχων. Κατά μήκος του αυτοκινητοδρόμου Σόνενφενλντ-Τσόσεε, στον σοβιετικό τομέα της πόλης, βρίσκονται τα καλώδια 150, 151 και 152 σε βάθος περίπου 70 εκατ.

Σε ένα σημείο ο αυτοκινητόδρομος που περνά δίπλα από το νεκροταφείο του Ρούντοβ απέχει από τον αμερικανικό τομέα περίπου 500 μ. Ως βιτρίνα-κάλυμμα οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν την κατασκευή θέσεων ραντάρ ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας και αποθηκών κατά μήκος του δρόμου, στον αμερικανικό τομέα.

Οι τρεις «αποθήκες» άρχισαν να κατασκευάζονται στις αρχές του 1954. Η μια, η αποθήκη όπου θα στεγαζόταν το υποτιθέμενο ραντάρ, κατασκευάστηκε με βαθύ υπόγειο προκειμένου να είναι δυνατή από εκεί η εκσκαφή του τούνελ. Την ίδια περίοδο βρετανικές και αμερικανικές μονάδες μηχανικού εκπαιδεύονταν σε τεχνικές κατασκευής τούνελ στο Σάρεϊ και στο Νέο Μεξικό.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, σε βάθος 4 μ., η μονάδα του αμερικανικού μηχανικού άρχισε τη διάνοιξη της σήραγγας. Η ανακάλυψη όμως νερού λίγες ημέρες αργότερα καθυστέρησε για λίγο διάστημα τις εργασίες, ενώ κρίθηκε σκόπιμη από τους επικεφαλής η εγκατάσταση πλυντηρίου ρούχων στο κτήριο του ραντάρ, το οποίο είχε ήδη περατωθεί.

Οι Σοβιετικοί και Ανατολικογερμανοί συνοριακοί φύλακες ίσως να υποψιαζόνταν κάτι εάν έβλεπαν συνεχώς μέσα στις λάσπες τους Αμερικανούς συναδέλφους τους που υποτίθεται ότι υπηρετούσαν σε μια χαμηλής σπουδαιότητας μονάδα.

Επιπρόσθετα, για την οπτική παρακολούθηση του σοβιετικού τομέα, δίπλα στις αποθήκες κατασκευάστηκε ειδικό φυλάκιο 24ωρης βάρδιας. Στα έκτακτα μέτρα ασφαλείας των κτηρίων που ελήφθησαν, συμπεριλήφθηκε και η εγκατάσταση μικροφώνων κοντά στα συρματοπλέγματα που χώριζαν τις δύο ζώνες.

Έτσι, οποιαδήποτε περίπολος από την άλλη πλευρά ή κάποιος «εισβολέας» θα ήταν δυνατόν να γίνουν αμέσως αντιληπτοί. Γενικά, η ασφάλεια των εγκαταστάσεων και η απόκρυψη των δραστηριοτήτων εντός αυτών, απασχόλησαν τη CIA και την MI6 εφόσον θα έπρεπε να δίνεται συνεχώς η εντύπωση ότι οι αποθήκες-εγκαταστάσεις αποτελούν τα καταλύματα μιας κανονικής στρατιωτικής μονάδας, το προσωπικό της οποίας σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να δείχνει απομονωμένο από τον έξω κόσμο.

Έτσι, η καθημερινή οδική επικοινωνία από και προς τη βάση διατηρήθηκε, αν και δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή σε «λεπτομέρειες» (για παράδειγμα όλα τα οχήματα ήταν επιμελώς σκεπασμένα ούτως ώστε να γίνεται δύσκολη παρατήρηση των επιβαινόντων και των υλικών, που μετεφέρονταν).

Το τούνελ ολοκληρώθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1955. Η μονάδα του αμερικανικού Μηχανικού έσκαψε την οριζόντια σήραγγα, ενώ οι Βρετανοί σκαπανείς την κάθετη, μέσω της οποίας έφτασε η ομάδα των τεχνικών των δύο υπηρεσιών στα καλώδια στόχους. Η όλη «αρχιτεκτονική» του τούνελ, που εγκρίθηκε προφορικά από τον ίδιο τον Άλεν Ντάλες, τον Νοέμβριο του προηγούμενου έτους, περιλάμβανε την απομόνωση του υπόγειου χώρου κάτω από τις τηλεπικοινωνιακές γραμμές, από το υπόλοιπο τούνελ, με μια ατσάλινη θύρα.

Στον μικρό αυτό χώρο θα εγκαθίσταντο οι ενισχυτές και γενικά το σύνολο των συσκευών που θα έστελναν τα υποκλαπέντα μηνύματα στο υπόγειο της αποθήκης για καταγραφή και περαιτέρω επεξεργασία. Στο ύψος δε των συνόρων της αμερικανικής και της σοβιετικής ζώνης τοποθετήθηκαν στα τοιχώματα του τούνελ εκρηκτικά, η χρήση των οποίων θα παρέμενε η «τελευταία επιλογή» εάν κάτι «δεν πήγαινε καλά».

Η εικόνα του τούνελ συμπληρωνόταν από σύστημα ανανέωσης του αέρα, σιδερένιες δοκούς και αμμόσακους στα τοιχώματα, συρματοπλέγματα στο ύψος της αμερικανικής ζώνης, ένα μικρό ξύλινο βαγονέτο και από μια ταμπέλα στα ρωσικά, στο ύψος της συνοριακής γραμμής, που ανέγραφε «εισέρχεσθε στον αμερικανικό τομέα».

Η διαδικασία της παγίδευσης των καλωδίων που έγινε κυρίως από τους Βρετανούς με επικεφαλής έναν από τους πλέον εξειδικευμένους τεχνικούς της ΜΙ6, τον Τζον Γουάικ, κράτησε 4 μήνες (από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 1955) και ήταν μια εξαιρετικά επίπονη διαδικασία. Κάθε σύνδεση της γραμμής-στόχου με το καλώδιο υποκλοπής θα έπρεπε να γίνει κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην επηρεαστεί η ποιότητα της επικοινωνίας. Οποιαδήποτε αλλοίωση θα γινόταν αμέσως αντιληπτή από τους Σοβιετικούς.

Συνολικά, τα τρία καλώδια που παγιδεύθηκαν περιελάμβαναν 273 μεταλλικά ζεύγη από τα οποία περνούσαν 1.200 κανάλια. Περίπου 500 κανάλια χρησιμοποιούνταν κάθε δεδομένη χρονική στιγμή από τους Σοβιετικούς και τους Ανατολικογερμανούς. Από τον Αύγουστο λοιπόν του 1955, οπότε και ξεκίνησε η επιχείρηση, μετατέθηκαν στις συνοριακές εγκαταστάσεις μεταφραστές για την επί τόπου παρακολούθηση των αποτελεσμάτων της επιχείρησης.

Οι βασικές συσκευές υποκλοπών και μαγνητοσκόπησης που χρησιμοποιήθηκαν ήταν βρετανικής προέλευσης, από το Γενικό Γραφείο Ταχυδρομείου και από την εταιρεία British Ferrograph Company of South Shields. Παράλληλα, η ομάδα ηλεκτρονικών της CIA κατάφερε να κατασκευάσει μια συσκευή με την οποία ήταν δυνατή η παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο επιλεγμένων κυκλωμάτων.

Ένα ανέκδοτο περιστατικό για τη χρησιμότητα αυτής της επαναστατικής, για την εποχή της, συσκευής αναφέρεται στην περίπτωση ενός Αμερικανού στρατιωτικού μάγειρα των εγκαταστάσεων ο οποίος, οδηγώντας από το Βερολίνο στην Φρανκφούρτη, χάθηκε και εισήλθε, κατά λάθος, στη σοβιετική ζώνη.

Αν και ήταν ακόμη επιτρεπτή η διζωνική κυκλοφορία στρατιωτικού προσωπικού χαμηλής σημασίας, οι Ανατολικογερμανοί τον συνέλαβαν. Υποκλέπτοντας λοιπόν την επικοινωνία της μονάδας τους, οι Αμερικανοί κατάφεραν να παρακολουθήσουν όλη τη διαδικασία που ακολούθησαν προτού απελευθερώσουν τον συμπατριώτη τους.

H ΚGB αντεπιτίθεται

Οι Σοβιετικοί, είχαν βρεθεί σε μια ιδιότυπη θέση. Γνώριζαν ότι οι επικοινωνίες τους υποκλέπτονται αλλά δίσταζαν να προχωρήσουν σε μια ευρύτερη επιχείρηση παραπληροφόρησης. Τα κανάλια επικοινωνιών ήταν εκατοντάδες και πρακτικά δεν ήταν δυνατόν το 100% που υπέκλεπταν οι Δυτικοί να αποτελέσει ελεγμένη παραπληροφόρηση από τη διοίκηση και τους αναλυτές της KGB.

Το «Κέντρο» (κωδική ονομασία του αρχηγείου της KGB στη Μόσχα) ενεργούσε με βασικό άξονα την προστασία του Μπλέικ, ο οποίος αν και μετατέθηκε σε σταθμό της ΜΙ6 στο Βερολίνο από τον Απρίλιο του 1955, για λόγους ασφαλείας αποφασίσθηκε από πλευράς των Σοβιετικών να απέχει από την παρακολούθηση της υπό εξέλιξη επιχείρησης.

Στα τέλη του 1955 ο διευθυντής της KGB στην Ανατολική Γερμανία Γεβγένι Πιτοβράνοφ έλαβε από το Κρεμλίνο πληροφορίες για την Επιχείρηση «Χρυσός» και έδωσε οδηγίες για την οπτική παρακολούθηση των αμερικανικών εγκαταστάσεων. Η KGB έστειλε στο Βερολίνο μια ειδικευμένη ομάδα τεχνικών για να εντοπίσει από ποιο ακριβώς σημείο των καλωδίων υπέκλεπταν τις επικοινωνίες οι Δυτικοί.

Η ομάδα, διεξάγοντας ενδεικτικές υποκλοπές εις βάρος των σοβιετικών στρατιωτικών επικοινωνιών, διαπίστωσε «παντελή έλλειψη» κανόνων ασφαλείας στις συνδιαλέξεις διοικητών μονάδων και επιτελών στο Ανατολικό Βερολίνο. O Πιτοβράνοφ παρουσίασε στον διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων στην Ανατολική Γερμανία, στρατάρχη Αντρέι Γκρέκο, μια κασέτα-δείγμα αφήνοντάς τον άναυδο για τις σοβαρές πιθανότητες διαρροής διαβαθμισμένων πληροφοριών.

Την ίδια όμως περίοδο στη Μόσχα ο γενικός γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ Νικήτα Κρουστσόφ, όντας ενήμερος για την κοινή επιχείρηση της CIA και της ΜΙ6, έδινε οδηγίες η αποκάλυψη του τούνελ να μετατραπεί σε μια εκστρατεία προπαγάνδας κατά της Δύσης. Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που έδωσε στους επιτελείς του, ο Μπλέικ θα έπρεπε να προστατευθεί από οποιαδήποτε σοβιετική «αποκάλυψη».

Επίσης, θα έπρεπε από την αρχή να κατηγορηθούν για την επιχείρηση οι Αμερικανοί και να υποβαθμιστεί ο ρόλος των Βρετανών. Και αυτό γιατί ο Κρουστσόφ ήταν υποχρεωμένος να λάβει σοβαρά υπόψη του την επίσημη επίσκεψή του στη Μεγάλη Βρετανία τον ερχόμενο Απρίλιο.

Στο Κρεμλίνο, κατόπιν σειράς διαβουλεύσεων, αποφασίσθηκε ότι όταν θα «αποκαλυπτόταν» το τούνελ, ο διοικητής των σοβιετικών δυνάμεων στην Ανατολική Γερμανία θα απέστελε επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας στον Αμερικανό ομόλογό του, διοικητή των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

Κρίθηκε δε σκόπιμη η πρόσκληση δημοσιογράφων από το Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο για να δουν από κοντά τις εγκαταστάσεις του τούνελ. Τέλος, οι Σοβιετικοί θα μελετούσαν το σύνολο των συσκευών που θα έπεφταν στα χέρια τους, δίνοντας ελάχιστη δημοσιότητα σε οποιαδήποτε βρετανική ανάμειξη σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικό.

Στο μεταξύ, η ομάδα των τεχνικών της KGB συνέχιζε να ελέγχει τα δίκτυα των γραμμών στο Βερολίνο. Στα πρώτα στάδια της έρευνας δεν βρέθηκε τίποτα ύποπτο. Όταν αργότερα η έρευνα, που ξεκίνησε από τοπικούς σταθμούς τηλεφωνικών δικτύων, συμπεριέλαβε επιλεγμένα τμήματα του επίγειου δικτύου, εντοπίστηκε το ακριβές σημείο της «δυτικής παρέμβασης».

Αυτό που έμενε ήταν η επινόηση μιας «τυχαίας» δημόσιας αποκάλυψης του τούνελ που θα έπειθε την CIA και την ΜΙ6 ότι απλώς «στάθηκαν άτυχες». Οι Σοβιετικοί όμως, για να αποκρύψουν τη σχέση τους με τον εντοπισμό του τούνελ, εκπαίδευσαν μια μονάδα Ανατολικογερμανών, οι οποίοι και θα «ανακάλυπταν» κατόπιν συγκεκριμένων οδηγιών τα καλώδια.

Το «πράσινο» φως για την επιχείρηση αποκάλυψης το είχε πια το Κρεμλίνο, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή, όπως αποδείχθηκε, την επίσημη επίσκεψη Κρουστσόφ στη Μεγάλη Βρετανία τον Απρίλιο.

Το τέλος της επιχείρησης

Ο Απρίλιος του 1956 στο Βερολίνο ήταν ένας μήνας ασυνήθιστα δυνατών βροχοπτώσεων. Τα επίγεια καλώδια σε κάποια σημεία άρχιζαν να αποκαλύπτονται, κάτι που επισημάνθηκε από στελέχη της βάσης της CIA, που εμπλέκονταν άμεσα στην επιχείρηση του τούνελ και από «ανθρώπους» των δυτικών υπηρεσιών σε σταθμούς τηλεπικοινωνιών στην Ανατολική Γερμανία.

Από τα μέσα του μήνα, Σοβιετικοί και Ανατολικογερμανοί άρχισαν να πυκνώνουν τις επιθεωρήσεις τους στα δίκτυα για επιδιορθώσεις. Το βράδυ της 22ας Απριλίου, κατά τις 12.50 π.μ., Αμερικανοί παρατηρητές πρόσεξαν ένα απόσπασμα περίπου 50 Ανατολικογερμανών στρατιωτών να σκάβει και να επιθεωρεί τις γραμμές καλωδίων ανά δύο με τρία μέτρα. Περίπου μια ώρα αργότερα οι στρατιώτες ανακάλυψαν σε βάθος 70 εκατ. τις γραμμές του δικτύου μαζί με τα καλώδια των υποκλοπών. Τα δεύτερα πέρναγαν μέσα από μια κλειστή θύρα που οδηγούσε στο κάθετο τούνελ. Εκεί ήταν τοποθετημένοι οι ενισχυτές που μετέφεραν το σήμα στο υπόγειο του κτηρίου του ραντάρ, στην απέναντι πλευρά των συνόρων.

Ο Χάρβεϊ, ο επικεφαλής της βάσης της CIA κλήθηκε επιτόπου και μαζί με μεταφραστές και άλλους αξιωματικούς πληροφοριών άρχισαν να ακούνε τους διαλόγους των στρατιωτών από ένα μικρόφωνο-κοριό που είχε τοποθετηθεί δίπλα από τα καλώδια. Για την ώρα οι γραμμές τηλεπικοινωνιών παρέμεναν παγιδευμένες. Οι Σοβιετικοί και οι Ανατολικογερμανοί φοβούνταν μήπως η κλειστή θύρα που μεσολαβούσε των καλωδίων και του κάθετου τούνελ ήταν παγιδευμένη με εκρηκτικά. Από το μικρόφωνο έδειχναν απορημένοι.

Συζητούσαν για την χρησιμότητα «αυτού του μεταλλικού κουτιού» (αρχικά θεώρησαν ότι η θύρα ήταν ένα μεταλλικό κουτί παγιδευμένο με εκρηκτικά) δεν έδειχναν καθόλου «σχετικοί» με το τι κρυβόταν κάτω από τα καλώδια και δεν είχαν αναγνωρίσει το μικρόφωνο.

Οι Σοβιετικοί αξιωματικοί που κλήθηκαν, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν άτομα που γνώριζαν τι πραγματικά βρισκόταν πίσω από τα καλώδια, υποστήριξαν ότι θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι το πρωί προτού προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια.

Κατά τις 6.30 π.μ. της επόμενης ημέρας, Κυριακή 23 Απριλίου, δόθηκε εντολή όσες γραμμές επικοινωνιών περνούν από το συγκεκριμένο σημείο να συνδεθούν με το εναέριο δίκτυο.

Ήταν ένα άλλο τέχνασμα της KGB για να πείσει την αμερικανική πλευρά ότι οι σοβιετικές στρατιωτικές υπηρεσίες είχαν πανικοβληθεί από αυτή την «τυχαία» ανακάλυψη. Εξάλλου, η όλη καθυστέρηση εισόδου στην κάθετη σήραγγα με τον φόβο ότι ίσως να ήταν παγιδευμένη με εκρηκτικά, ενίσχυε την εντύπωση ότι η KGB δεν είχε καμία ανάμειξη.

Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν τις συνδιαλέξεις μελών του επιτελείου του Γκρέκο που έψαχναν τον συνταγματάρχη Ιβάν Κοτσιούμπα, στρατιωτικό διοικητή του Βερολίνου, ο οποίος και θα ενορχήστρωνε την επιχείρηση προπαγάνδας που θα ακολουθούσε.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, οι Σοβιετικοί και Ανατολικογερμανοί τεχνικοί αφαίρεσαν την θύρα και εισήλθαν στο κάθετο τούνελ. Στην άκρη του βρήκαν μια σιδερένια πόρτα στην οποία υπήρχε η ένδειξη στα ρωσικά: «Απαγορεύεται η είσοδος με διαταγή της Διεύθυνσης Επικοινωνιών του Κόκκινου Στρατού». Πίσω από την επιγραφή ήταν οι Δυτικοί, που δικαιολογημένα θεωρούσαν ότι αποτελούσε ακόμη ένα μέτρο προστασίας από «περίεργους».

Οι τεχνικοί δεν κατάφεραν να ανοίξουν την πόρτα και άρχισαν να σκάβουν γύρω γύρω, οπότε μέσα από μια τρύπα είδαν το εσωτερικό του υπόλοιπου τούνελ. Τις δραματικές εκείνες ώρες ο Χάρβεϊ επικοινώνησε με τον επικεφαλής της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης Βερολίνου, στρατηγό Τσαρλς Ντάσερ, τον οποίο ρώτησε εάν θα έπρεπε να είχαν υπόψη τους την πυροδότηση των παγιδευμένων εκρηκτικών.

Ο στρατιωτικός τον ρώτησε με τη σειρά του αν θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι δεν θα υπήρχαν απώλειες ανάμεσα στους Σοβιετικούς και τους Ανατολικογερμανούς και έλαβε αρνητική απάντηση. Η επιλογή ανατίναξης εγκαταλείφθηκε. Εξάλλου, τα εκρηκτικά, όπως διαπιστώθηκε εκείνη την ώρα, δεν θα μπορούσαν να καταπλακώσουν τελείως το τούνελ.

Γρήγορα οι Αμερικανοί έστησαν αμμόσακους, συρματόπλεγμα και ένα βαρύ πολυβόλο των 12,7 χλστ. χωρίς ταινία πυρομαχικών, στο όριο του αμερικανικού τομέα. Ο ίδιος ο Χάρβεϊ ήταν μέσα στο τούνελ όταν το μεσημέρι της Κυριακής, γύρω στις 3.00 μ.μ., άκουσε βήματα να πλησιάζουν από την άλλη πλευρά. Ο Αμερικανός, πριν διαφύγει στον δυτικό τομέα τράβηξε βίαια τον μοχλό οπλίσεως για να εκφοβίσει τους εισβολείς, πράγμα που πέτυχε.

Εκείνοι κοντοστάθηκαν φοβισμένοι. Λίγο αργότερα οι Σοβιετικοί τεχνικοί που είχαν πάρει κινηματογραφικές κάμερες για να καταγράψουν επακριβώς τις εγκαταστάσεις διέκοψαν τις συνδέσεις των παγιδευμένων καλωδίων και μετά από λίγο το μικρόφωνο δίπλα από τις γραμμές σίγησε. «Επίσημα» πλέον η επιχείρηση «Χρυσός», έπειτα από 11 μήνες και 11 ημέρες τερματίστηκε από την προσπάθεια των Σοβιετικών και Ανατολικογερμανών τεχνικών που κράτησε σκόπιμα 14 περίπου ώρες.

Την επομένη ημέρα, 23 Απριλίου του 1956, και ενώ ο Κρουστσόφ γινόταν δεκτός από τη βασίλισσα Ελισάβετ, οι σοβιετικές υπηρεσίες ακολουθούσαν τον ήδη συμφωνημένο τρόπο αντίδρασης:

α) επίσημη διαμαρτυρία στον Αμερικανό διοικητή,

β) πρόσκληση δημοσιογράφων για την επόμενη ημέρα να δούνε από κοντά το τούνελ, και

γ) υποβάθμιση του βρετανικού ρόλου.

Λίγες ημέρες αργότερα δημοσιεύθηκε σε μια ανατολικογερμανική εφημερίδα, τη Neues Deutschland («Νέα Γερμανία») ένα παραπλανητικό σχεδιάγραμμα του τούνελ που το έδειχνε να ξεκινά όχι από από το κτήριο του ραντάρ, αλλά από ένα παρακείμενο γκαράζ-αποθήκη.

Η KGB γνώριζε από πού πράγματι προερχόταν το τούνελ αλλά ήθελε με αυτό το «λάθος» να ελαχιστοποιήσει τις υποψίες της CIA και της ΜΙ6, ότι κάποιος «από μέσα» πρόδωσε την επιχείρηση.

Το Κρεμλίνο βέβαια παρουσίασε για προπαγανδιστικούς λόγους μια αλλοιωμένη εικόνα των τελευταίων λεπτών της επιχείρησης «Χρυσός» σύμφωνα με την οποία ένοπλοι Ανατολικογερμανοί και Σοβιετικοί όρμησαν στο τούνελ μέσα από τη μισάνοιχτη σιδερένια θύρα, όπου εκείνη την ώρα δούλευαν στις υποκλοπές Αμερικανοί τεχνικοί. Τρέποντάς τους σε φυγή σταμάτησαν στα όρια του αμερικανικού τομέα βλέποντας την πινακίδα που τους προειδοποιούσε για την αλλαγή της πολιτικοστρατιωτικής ζώνης.

Η σοβιετική προσπάθεια έκθεσης της μυστικής αυτής επιχείρησης στη διεθνή κοινή γνώμη δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αν και το τούνελ επισκέφτηκαν «με την άδεια» των Σοβιετικών περίπου 15.000 Ανατολικογερμανοί για να δούνε από κοντά «τα έργα των πολεμοκάπηλων καπιταλιστών», η όλη εκστρατεία προπαγάνδας δεν βρήκε απήχηση στις δυτικές δημοκρατίες.

Τις επόμενες ημέρες ο δυτικός Τύπος στάθηκε στο πλευρό της CIΑ μιλώντας επαινετικά για τον σχεδιασμό και την όλη ιδέα της επιχείρησης. Η εφημερίδα «New York Herald Tribune» χαρακτήρισε την αποκαλυφθείσα επιχείρηση «χτυπητό παράδειγμα της δυνατότητας των Αμερικανών να αναλαμβάνουν τολμηρές αποστολές» (27 Μαΐου 1956).

Οι Αμερικανοί και Βρετανοί έμειναν με την εντύπωση ότι η ανακάλυψη του τούνελ ήταν τυχαία μέχρι τον εντοπισμό και τη σύλληψη του Μπλέικ το 1961. Ο Χάρβεϊ δε τιμήθηκε από τον Άλεν Ντάλες, για τον ρόλο που έπαιξε στην επιχείρηση, με το Διακεκριμένο Μετάλλιο Πληροφοριών της CIA (Distinguished Intelligence Medal).

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: