Ως «ουσιαστική» και «ειλικρινή» παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης μια συνάντηση-βιτρίνα με επιλεγμένους και απολύτως ακίνδυνους συνομιλητές, επιχειρώντας να εμφανίσει μια εικόνα δήθεν επανεκκίνησης για τον πρωτογενή τομέα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια επικοινωνιακή κατασκευή, που στόχο έχει να καλύψει την πλήρη αδυναμία της κυβέρνησης να απαντήσει στα πραγματικά και οξυμένα προβλήματα των αγροτών και των κτηνοτρόφων.
Παρά τα χαμόγελα και τις δηλώσεις περί «καλού κλίματος», καμία αποσυμπίεση δεν έχει επέλθει. Τα μπλόκα παραμένουν, η αγανάκτηση βαθαίνει και οι αγρότες που δίνουν τη μάχη στους δρόμους αντιμετωπίζονται πλέον όχι ως κοινωνική δύναμη με δίκαια αιτήματα, αλλά ως πρόβλημα προς καταστολή. Οι πιο μαζικές και μαχητικές κινητοποιήσεις στοχοποιούνται ανοιχτά, ενώ επιχειρείται να εμφανιστούν ως ακραίες και αποκομμένες από την κοινωνία.
Ο πρωθυπουργός, εγκαταλείποντας κάθε προσχήμα διαλόγου, εξαπέλυσε ευθείες απειλές σε όσους δεν προσήλθαν στο Μαξίμου και δεν αποδέχονται τον ρόλο του χειροκροτητή. Με τη γνωστή αλαζονεία, χαρακτήρισε τους αγώνες «επαναστατική γυμναστική» και προανήγγειλε σκληρή στάση απέναντι στα μπλόκα, στέλνοντας μήνυμα μηδενικής ανοχής σε όσους επιμένουν να διεκδικούν.
Ο ίδιος έσπευσε να παρουσιάσει την κυβερνητική πολιτική ως γενναιόδωρη και ανεκτική, ισχυριζόμενος ότι η κυβέρνηση «στήριξε τους αγρότες όσο ποτέ». Ένας ισχυρισμός που δεν αντέχει ούτε στοιχειώδη έλεγχο, όταν το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται, οι τιμές παραμένουν εξευτελιστικές και οι μικρομεσαίοι αγρότες οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στον αφανισμό.
Ταυτόχρονα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέφερε το γνωστό αφήγημα περί «κομματικής μειοψηφίας» που δήθεν καθοδηγεί τις κινητοποιήσεις, επιχειρώντας να απονομιμοποιήσει έναν αγώνα που κρατά πάνω από ενάμιση μήνα και στηρίζεται από χιλιάδες αγρότες σε όλη τη χώρα. Αντί να απαντήσει στα αιτήματα, η κυβέρνηση επιλέγει να συκοφαντεί και να διχάζει, στοχοποιώντας όσους δεν σκύβουν το κεφάλι.
Με σαφή αυταρχικό τόνο, ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι «τελείωσαν τα όρια κατανόησης» και ότι η κυβέρνηση δεν θα ανεχθεί «εκβιασμούς, παρανομίες και παραλογισμούς». Με άλλα λόγια, προετοιμάζει το έδαφος για ένταση και καταστολή, μεταθέτοντας τις ευθύνες για όσα ακολουθήσουν στους ίδιους τους αγωνιζόμενους.
Ενώ μιλά για «ανοιχτές πόρτες στον διάλογο», στην πράξη οι πόρτες είναι ερμητικά κλειστές σε κάθε συλλογική, δημοκρατικά εκλεγμένη εκπροσώπηση των μπλόκων. Ανοιχτές παραμένουν μόνο για πρόθυμους συνομιλητές, κομματικούς μηχανισμούς και ελεγχόμενες παρουσίες που δεν αμφισβητούν την κυβερνητική γραμμή.
Την ίδια ώρα, οι αγρότες που παραμένουν στα μπλόκα προετοιμάζουν τα επόμενα βήματά τους μέσα από πανελλαδικές διαδικασίες και συλλογικές αποφάσεις. Στο τραπέζι βρίσκεται η απαίτηση για πραγματική συνάντηση με τον πρωθυπουργό, με πλήρη και αντιπροσωπευτική συμμετοχή των μπλόκων, αλλά και η προοπτική δυναμικής κλιμάκωσης.
Μεταξύ των σεναρίων που συζητούνται είναι και η μαζική κάθοδος τρακτέρ και αγροτικών οχημάτων στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα πανελλαδικό συλλαλητήριο διαρκείας, στα πρότυπα των μεγάλων κινητοποιήσεων σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Όχι μια συμβολική διαμαρτυρία, αλλά ένας οργανωμένος, ενιαίος αγώνας που θα φέρει την πραγματικότητα των αγροτών στην καρδιά της πρωτεύουσας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα φέρει την κυβέρνηση μπροστά στις ίδιες τις συνέπειες της πολιτικής της. Παρά τις διαβεβαιώσεις περί «τήρησης της νομιμότητας», είναι σαφές ότι η επιλογή της σύγκρουσης αντί του ουσιαστικού διαλόγου εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους έντασης, για τους οποίους την αποκλειστική ευθύνη θα φέρει το Μέγαρο Μαξίμου.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει για ακόμη μία φορά ότι δεν θέλει να λύσει προβλήματα, αλλά να τα κουκουλώσει επικοινωνιακά. Όμως οι αγρότες δεν είναι αριθμοί σε non paper ούτε εμπόδιο στην «κανονικότητα». Είναι άνθρωποι που παλεύουν για την επιβίωσή τους — και αυτόν τον αγώνα καμία κυβερνητική απειλή δεν μπορεί να τον φιμώσει.






