Μια συνηθισμένη χειμερινή νεροποντή, χωρίς ακραία χαρακτηριστικά και χωρίς καμία μετεωρολογική έκπληξη, ήταν αρκετή για να ξεσκεπάσει για ακόμη μία φορά τη γύμνια του λεγόμενου «επιτελικού κράτους». Ένα κράτος που υπάρχει μόνο στα δελτία Τύπου, στα power point και στις ομιλίες του Πρωθυπουργού, αλλά εξαφανίζεται κάθε φορά που δοκιμάζεται στην πράξη.
Πίσω από τη γυαλισμένη βιτρίνα της δήθεν αποτελεσματικότητας, των δήθεν μεταρρυθμίσεων και της επικοινωνιακής αυτάρκειας, αποκαλύφθηκε για ακόμη μια φορά η πραγματικότητα: ένα κράτος πρόχειρο, ανοργάνωτο, ανίκανο να προστατεύσει βασικές υποδομές και –το πιο τραγικό– ανίκανο να προστατεύσει ανθρώπινες ζωές. Η βιτρίνα έσπασε και από πίσω φάνηκαν οι «χωματερές» της κρατικής ανεπάρκειας. Κυριολεκτικά πλημμυρισμένες.
Η κατάρρευση του αφηγήματος ήταν απόλυτη και οδυνηρή. Και μάλιστα όχι σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, όχι σε μια «ξεχασμένη γωνιά» της χώρας, αλλά στο πιο προβεβλημένο, πιο διαφημισμένο και πιο ακριβό κομμάτι του κυβερνητικού μύθου: την περιβόητη «Αθηναϊκή Ριβιέρα». Εκεί όπου υποτίθεται ότι χτίζεται το πρότυπο της «νέας Ελλάδας».
Η Γλυφάδα, πυλώνας αυτού του αφηγήματος, περιοχή όπου το τετραγωνικό στις νεόδμητες πολυκατοικίες αγγίζει τις 5 και τις 6 χιλιάδες ευρώ, μετατράπηκε μέσα σε λίγη ώρα σε παγίδα θανάτου. Μια γυναίκα έχασε τη ζωή της σε κεντρικό δρόμο της Άνω Γλυφάδας. Περιουσίες καταστράφηκαν, αυτοκίνητα παρασύρθηκαν, δρόμοι γέμισαν μπάζα, σπίτια πνίγηκαν σε νερά και λάσπες. Και όλα αυτά όχι από κάποιο «ακραίο φαινόμενο», αλλά από μια βροχή που κάθε στοιχειωδώς οργανωμένο κράτος οφείλει να μπορεί να διαχειριστεί.
Από καθαρή τύχη –ή όπως λένε οι ίδιοι οι κάτοικοι, «από την Παναγία»– δεν θρηνήσαμε περισσότερα θύματα. Η εικόνα της Μάνδρας, με τους 24 νεκρούς, πλανήθηκε ξανά απειλητικά πάνω από την Αττική. Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: πόσες ζωές πρέπει να χαθούν ακόμη για να παραδεχθεί η κυβέρνηση ότι το κράτος που διαφημίζει απλώς δεν υπάρχει;
Τα φαινόμενα δεν περιορίστηκαν στην Άνω Γλυφάδα. Η κατάρρευση επεκτάθηκε σε όλο το παραλιακό μέτωπο, αποκαλύπτοντας μια χρόνια εγκατάλειψη που κανένα επικοινωνιακό αφήγημα δεν μπορεί πια να κρύψει. Στην παραλιακή λεωφόρο, στο ύψος του Αλίμου, το διαβόητο φρεάτιο έκανε ξανά το «θαύμα» του: πέταξε το καπάκι και πλημμύρισε τον δρόμο με βρωμόνερα, όπως ακριβώς έχει συμβεί αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Σαν να μην έχει συμβεί ποτέ τίποτα. Σαν να μην έχει διδαχθεί κανείς τίποτα.
Λίγο πιο κάτω, μπροστά στο Κέντρο Πολιτισμού «Σταύρος Νιάρχος» –ένα ακόμη σύμβολο της «σύγχρονης Ελλάδας»– η παραλιακή πλημμύρισε ξανά, κατά τα απολύτως αναμενόμενα. Η οδός Πειραιώς έκλεισε, περιοχές της Χαμοστέρνας και της Πέτρου Ράλλη βυθίστηκαν στο νερό, ενώ κάτω από τη γέφυρα Σπύρου Λούη, λίγα μόλις μέτρα από το Ολυμπιακό Στάδιο, ολόκληρα αυτοκίνητα χάθηκαν μέσα στα νερά.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα ενιαίο και απολύτως αποκαλυπτικό τοπίο: ένα κράτος ανύπαρκτο, αποδιοργανωμένο, χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόληψη, χωρίς λογοδοσία. Ένα κράτος που εμφανίζεται μόνο για να πανηγυρίσει «επενδύσεις» και «έργα βιτρίνας», αλλά εξαφανίζεται όταν πρόκειται για αντιπλημμυρικά έργα, συντήρηση υποδομών και προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» δεν είναι απλώς ανεπαρκές. Είναι επικίνδυνο. Γιατί η ανικανότητά του δεν μετριέται μόνο σε ζημιές και εικόνες καταστροφής, αλλά σε ανθρώπινες ζωές που χάνονται άδικα. Και κάθε φορά που μια βροχή αρκεί για να σκοτώσει, η ευθύνη δεν είναι της φύσης. Είναι καθαρά και αποκλειστικά πολιτική.






