Σφοδρές αντιδράσεις πυροδοτούν στην Άγκυρα οι συμφωνίες της Αθήνας με την Chevron και τη HelleniQ Energy για έρευνες υδρογονανθράκων, με τμήμα του τουρκικού Τύπου να υιοθετεί εμπρηστική ρητορική περί «σταδιακής κατάληψης» του Αιγαίου από την Ελλάδα με αμερικανική στήριξη. Η αντίδραση αυτή, ωστόσο, αναδεικνύει περισσότερο τον εκνευρισμό της Άγκυρας για τη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας, παρά κάποια ρεαλιστική βάση περί παραβίασης δικαιωμάτων.
Η εφημερίδα Sözcü έφτασε στο σημείο να κατηγορεί την Αθήνα ότι «μοιράζει το Αιγαίο οικόπεδο-οικόπεδο στις ΗΠΑ», επιχειρώντας να παρουσιάσει τις συμφωνίες ως εθνική απώλεια για την Τουρκία. Πρόκειται για μια ρητορική που παραγνωρίζει το διεθνές δίκαιο και το δικαίωμα της Ελλάδας να αξιοποιεί περιοχές υπό τη δική της κυριαρχία ή δικαιοδοσία. Το αφήγημα περί «επικαλύψεων» με τουρκικές διεκδικήσεις δεν είναι τίποτα άλλο από την επανάληψη των γνωστών μονομερών αξιώσεων της Άγκυρας, οι οποίες δεν αναγνωρίζονται από το διεθνές νομικό πλαίσιο.
Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και η Cumhuriyet, κάνοντας λόγο για «επιτάχυνση» των ελληνικών ενεργειακών σχεδίων, ενώ το Anadolu Agency εστίασε στις έρευνες νότια της Κρήτης και στη Μόρα, επιχειρώντας να εντάξει τις κινήσεις της Αθήνας σε ένα ευρύτερο αφήγημα «περικύκλωσης» της Τουρκίας. Η Nefes, από την πλευρά της, αναγνώρισε εμμέσως τη σημασία των εξελίξεων, μιλώντας για «ενεργειακούς κολοσσούς» που ενισχύουν τη διεθνή θέση της Ελλάδας — μια παραδοχή που αποτυπώνει την ανησυχία για την απώλεια πρωτοβουλίας εκ μέρους της Άγκυρας.
Στον τουρκικό δημόσιο διάλογο, δεν λείπουν και οι εσωτερικές αιχμές. Ορισμένοι σχολιαστές επισημαίνουν ότι, την ώρα που η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία προχωρούν σε συμφωνίες και αξιοποίηση ενεργειακών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία έχει επιλέξει μια στρατηγική έντασης και απομόνωσης, αφήνοντας –κατά τους ίδιους– «ανεκμετάλλευτο» το αφήγημα της Γαλάζια Πατρίδα. Το δόγμα αυτό, που διεκδικεί εκτεταμένες θαλάσσιες ζώνες εις βάρος γειτονικών χωρών, μετατρέπεται πλέον και σε εκπαιδευτικό εργαλείο.
Η απόφαση του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας να εντάξει τη «Γαλάζια Πατρίδα» στη διδακτέα ύλη προκαλεί ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργείται η εθνική συνείδηση στις νεότερες γενιές. Ο υπουργός Παιδείας Yusuf Tekin υπερασπίστηκε την επιλογή, επικαλούμενος ιστορικές αναφορές και τη Συνθήκη της Λωζάνης, επιχειρώντας να θεμελιώσει μια αναθεωρητική προσέγγιση μέσω της εκπαίδευσης. Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος του Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης, Yaşar Yıldırım, παρουσίασε τη διδασκαλία του δόγματος ως «οριστικοποίηση» θαλάσσιων ορίων, παρότι αυτά αμφισβητούνται διεθνώς.
Ωστόσο, η κριτική δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην τουρκική πλευρά. Η ελληνική κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να αποδείξει ότι οι συμφωνίες με ενεργειακούς κολοσσούς δεν αποτελούν απλώς επικοινωνιακή επιτυχία, αλλά εντάσσονται σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική. Η ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας απαιτεί διαφάνεια, σαφήνεια ως προς τα θαλάσσια δικαιώματα και προσεκτική διαχείριση ώστε να μην εργαλειοποιούνται οι εξελίξεις ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παραμένουν εύθραυστες. Η Άγκυρα επιμένει σε αναθεωρητικές διεκδικήσεις και επενδύει σε ρητορική έντασης, ενώ η Αθήνα επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη διεθνή συγκυρία. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ενεργειακό· είναι βαθιά γεωστρατηγικό. Και όσο η Τουρκία επιλέγει να μετατρέπει τις διεκδικήσεις της σε σχολικό μάθημα και η ελληνική κυβέρνηση δεν απαντά με πλήρη στρατηγική διαφάνεια, η Ανατολική Μεσόγειος θα παραμένει πεδίο αντιπαράθεσης με αβέβαιο ορίζοντα.





