Η ελληνική ναυτιλιακή «αριστοκρατία» αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο κυνική είναι η έννοια της ελεύθερης αγοράς: όσο πιο ασταθές και επικίνδυνο γίνεται το γεωπολιτικό σκηνικό, τόσο μεγαλύτερα γίνονται τα κέρδη για τους λίγους που το εκμεταλλεύονται. Ενώ εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αντιμετωπίζοντας ανθρωπιστικό όλεθρο και ραγδαίες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, η ελληνική εφοπλιστική ολιγαρχία —με πρωτοπόρους τον Επαμεινώνδα Εμπειρίκο, τη Μαρία Αγγελικούση και τον Γιώργο Προκοπίου— μετατρέπει τη διεθνή ανασφάλεια σε αμύθητο πλούτο. Τα ναύλα για μία μόνο διαδρομή αγγίζουν τις 770.000 δολάρια, αποδεικνύοντας ότι για αυτούς ο πόλεμος δεν είναι καταστροφή αλλά μηχανή παραγωγής χρημάτων.
Η ανάλυση των στοιχείων από την Tankers International δεν αφήνει καμία αμφιβολία: το πλοίο Kalamos της Aeolos Management απέφερε 17,7 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε μόλις 23 ημέρες, ενώ οι συμφωνίες των Αγγελικούση και Προκοπίου δείχνουν πως η διαχείριση του ρίσκου δεν είναι τίποτα άλλο παρά ψυχρή εκμετάλλευση της ανασφάλειας των πολλών. Την ώρα που η διεθνής κοινότητα αγωνιά για το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, οι εφοπλιστές καθορίζουν τις τιμές τους στο ανώτατο όριο, μετακυλίοντας κάθε κόστος και κάθε κίνδυνο στον τελικό καταναλωτή, που δεν έχει καμία δυνατότητα να αντισταθεί.
Ηθική και κέρδος συγκρούονται αμείλικτα, και η ιστορία ξαναγράφεται με δολάρια αντί για αξίες. Η αναγωγή στους θρύλους του Ωνάση και του Νιάρχου προσδίδει έναν αέρα «ηρωισμού», όταν στην πραγματικότητα πρόκειται για ψυχρή, κυνική εκμετάλλευση της ανασφάλειας εκατομμυρίων. Το θάρρος των σημερινών εφοπλιστών μετριέται αποκλειστικά σε δολάρια, ενώ οι κοινωνικές συνέπειες και η ανθρώπινη δυστυχία γίνονται αόρατες. Η ίδια η επιβίωση των πολιτών έχει μετατραπεί σε γραμμή ναύλωσης για αμύθητα κέρδη, και η χώρα γίνεται αρένα όπου λίγοι πλουτίζουν πάνω στον φόβο και τη φτώχεια των πολλών.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, παρακολουθεί σιωπηλά, προστατεύοντας μόνο τα συμφέροντα της εφοπλιστικής ολιγαρχίας και όχι των πολιτών. Τα Στενά του Ορμούζ δεν αντιμετωπίζονται ως εμπόλεμη ζώνη που απειλεί την ενεργειακή ασφάλεια της κοινωνίας, αλλά ως πίστα όπου μετριέται η ικανότητα να συγκεντρώνεις δολάρια. Η αποσταθεροποίηση που οι ίδιοι τροφοδοτούν, με πολέμους και κερδοσκοπία, αφήνει πίσω εκατομμύρια ανθρώπους εκτεθειμένους, ενώ η εφοπλιστική κοινότητα συνεχίζει να πλουτίζει ανεξέλεγκτα, λειτουργώντας ουσιαστικά ως «κράτος εν κράτει». Η κοινωνία πληρώνει το τίμημα της επιτυχίας τους, αλλά η πολιτική εξουσία αδυνατεί —ή αδιαφορεί— να προστατεύσει τους πολίτες, επιτρέποντας στους λίγους να μετατρέπουν την ανασφάλεια των πολλών σε αμύθητα κέρδη.






