Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μελέτη της «Ημέρας Φορολογικής Ελευθερίας» του ΚΕΦΙΜ, οι Έλληνες εργάστηκαν πέρυσι 177 ημέρες μόνο και μόνο για να καλύψουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Πρόκειται για σαφή επιδείνωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και για μια πραγματικότητα που αποτυπώνει το μέγεθος της φορολογικής πίεσης που ασκείται στην κοινωνία.
Την ίδια ώρα, στοιχεία που αποδίδονται στο Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής αποκαλύπτουν ότι η χώρα βαδίζει προς ένα πρωτογενές πλεόνασμα-ρεκόρ, που φτάνει το 5,4% του ΑΕΠ ή 13,5 δισ. ευρώ. Αν αυτή η τάση διατηρηθεί, το αποτέλεσμα θα είναι ένα υπερ-πλεόνασμα της τάξης των 7,2 δισ. ευρώ – σχεδόν 3% του ΑΕΠ πάνω από τον ήδη υψηλό στόχο. Πρόκειται για χρήματα που δεν προέκυψαν από ανάπτυξη ή αύξηση της ευημερίας, αλλά από ωμή υπερφορολόγηση.
Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους: ο ΦΠΑ, οι συνολικοί φόροι και ο φόρος εισοδήματος έχουν εκτοξευθεί σε σχέση με το 2021, με αυξήσεις που αγγίζουν ή και ξεπερνούν το 50% και σε ορισμένες περιπτώσεις πλησιάζουν το 100%. Ακόμη και σε σύγκριση με πέρυσι, οι επιβαρύνσεις συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμούς που δεν συμβαδίζουν ούτε με την ανάπτυξη ούτε με την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Από το 2022 και μετά, τα υπερ-πλεονάσματα σωρεύονται και πλέον ξεπερνούν τα 18 δισ. ευρώ πάνω από τους δημοσιονομικούς στόχους. Πρόκειται για ποσά που αφαιρέθηκαν απευθείας από την κατανάλωση, τα εισοδήματα και τη δυνατότητα επιβίωσης εκατομμυρίων πολιτών, σε μια περίοδο που το κόστος ζωής έχει εκτιναχθεί και η ακρίβεια πλήττει βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού, ο ΦΠΑ μόνο στο ενδεκάμηνο έχει αυξηθεί κατά δισεκατομμύρια ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η κυβέρνηση στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην έμμεση φορολογία, η οποία πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Ο φόρος εισοδήματος ακολουθεί την ίδια πορεία, στραγγαλίζοντας μισθωτούς, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις. Ακόμη και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε καύσιμα και βασικά προϊόντα συνεχίζουν να αυξάνονται, επιβαρύνοντας αγρότες, μεταφορείς και κάθε πολίτη που προσπαθεί απλώς να κινηθεί ή να ζεστάνει το σπίτι του.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τη συνολική φορολογική επιβάρυνση από φόρους και εισφορές. Δεν είναι τυχαίο ότι αγρότες, επαγγελματίες, εργαζόμενοι και αυτοαπασχολούμενοι βρίσκονται διαρκώς στους δρόμους, αντιδρώντας σε μια πολιτική που τους οδηγεί σε οικονομική εξάντληση.
Η ευθύνη βαραίνει ξεκάθαρα την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος επιλέγει να παρουσιάζει τα υπερ-πλεονάσματα ως επιτυχία, την ώρα που η κοινωνία βυθίζεται στην ανέχεια. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται, οι μισθοί δεν ακολουθούν το κόστος ζωής και το κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός φορολογικής αφαίμαξης, αντί ως στήριγμα για τους πολίτες. Τα πλεονάσματα μπορεί να «ευημερούν» στα χαρτιά, αλλά για την κοινωνία μεταφράζονται σε φτώχεια, ανασφάλεια και καθημερινό αγώνα επιβίωσης.





