Σήμερα στην Αθήνα έγινε η πρεμιέρα ενός ντοκιμαντέρ για τη ζωή μιας πρώην πρώτης κυρίας, αλλά όποιος περίμενε σοβαρή παρουσίαση ή αληθινό βιογραφικό στοιχείο, έμεινε με το στόμα ανοιχτό από το υπερβολικό κιτς της εκδήλωσης. Το Κέντρο Αθηνών γέμισε μπαμπογριές, ψεύτικες μπανανίες και υπερφωτισμένα σκηνικά που θα ζήλευε ακόμα και το πιο υπερβολικό θεματικό πάρκο. Αδέκαροι ωνάσσηδες εκπρόσωποι της εγχώριας μπουρζουαζίας ποζάριζαν μπροστά στις κάμερες, χειροκροτώντας και χαμογελώντας σαν να συμμετείχαν σε διαγωνισμό επίδειξης υψηλής κοινωνικής τάξης, ενώ η πραγματική ζωή και η ουσία του φιλμ χάνονταν μέσα σε αυτή τη θεατρική φιγούρα.
Το ντοκιμαντέρ προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα «πειθαρχίας και αντοχής», με στιγμές σιωπής, καθημερινές τελετουργίες και αναφορές σε προσωπικές απώλειες. Ωστόσο, οι συγκινητικές στιγμές θάφτηκαν κάτω από ένα στρώμα επιτηδευμένου εντυπωσιασμού. Κάθε πλάνο, κάθε λεπτομέρεια, έμοιαζε προσεκτικά στημένο για να δείχνει μια ζωή υπό έλεγχο, μια φιγούρα λαμπρή και αναμορφωτική, χωρίς ίχνος αυθεντικότητας.
Οι επίσημοι χαιρετισμοί και οι δηλώσεις έδιναν την εντύπωση ότι η βραδιά ήταν περισσότερο τελετή κοινωνικής προβολής παρά προβολή ντοκιμαντέρ. Ο έπαινος για την «απίστευτη μητέρα», την «σπουδαία σύζυγο» και την «λαμπρή πρώτη κυρία» έδινε μια αίσθηση ότι η εκδήλωση ήταν ένα διαρκές αυτοεπαίνετο πανηγύρι, γεμάτο υπερβολές, που προσπαθούσε να πείσει το κοινό για κάτι που ήδη φαινόταν υπερβολικό. Μόνο ο Επστάιν έλειπε από αυτό το ψευτογκλάμουρ θέαμα.
Ένα αποτυχημένο φιλμ αναδείχθηκε ως το κυριότερο επίτευγμα της βραδιάς, με συνεχείς αναφορές ότι πρόκειται για το πιο επιτυχημένο ντοκιμαντέρ της τελευταίας δεκαετίας. Κι όλα αυτά ενώ η πραγματική ιστορία και οι αληθινές στιγμές χάθηκαν μέσα σε έναν κόσμο υπερβολής, φτιαχτών χειροκροτημάτων και επίπλαστης συγκίνησης.
Η πρεμιέρα αποδείχθηκε τελικά μια παράσταση για την υψηλή κοινωνία. Ανύπαρκτοι νεόπλουτοι να παριστάνουν τους εκλεκτούς θεατές ενός θεάματος που θυσίασε την ουσία στην επιτηδευμένη εικόνα. Το πολιτιστικό, το διπλωματικό και το προσωπικό στοιχείο μετατράπηκαν σε ένα πανηγυρικό θέαμα, όπου η πραγματική ζωή και οι ανθρώπινες ιστορίες δεν είχαν καμία θέση.
Η Αθήνα για μια βραδιά φιλοξένησε ένα θέατρο κιτς και υπερβολής, όπου το φωτογενές και το επιτηδευμένο έγιναν πιο σημαντικά από την αλήθεια, και οι αληθινές ιστορίες μετατράπηκαν σε σκηνικό για χειροκροτήματα, χαμόγελα και δήθεν συγκίνηση. Η εκδήλωση δεν ήταν απλά μια πρεμιέρα – ήταν μια επίδειξη κοινωνικής ματαιοδοξίας, όπου οι εικόνες και οι φιγούρες κυριάρχησαν πάνω σε κάθε ουσιαστικό νόημα.







