Ως «στιγμή υψηλού συμβολισμού» για τις σχέσεις Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας χαρακτηρίστηκε η υπογραφή της Κοινής Δήλωσης μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Λέοντος ΙΔ’. Η υπογραφή πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά τη Δοξολογία στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, κατά την πρώτη αποστολική επίσκεψη του Πάπα εκτός Ιταλίας μετά την εκλογή του.
Όπως επισημάνθηκε, η κοινή δήλωση αποτελεί συνέχεια μιας μακράς διαδικασίας προσέγγισης, με τους ειδικούς να υπενθυμίζουν ότι πρόκειται για «μαραθώνιο», καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν θεολογικά ζητήματα που παραμένουν δυσεπίλυτα εδώ και δεκαετίες.
Η ατμόσφαιρα στον ναό του Αγίου Γεωργίου περιγράφηκε ως ιδιαίτερα συγκινητική. Οι δύο Προκαθήμενοι έγιναν δεκτοί με απόλυτη σιγή από τους πιστούς, ενώ ακούγονταν μόνο οι καμπάνες. Κατά τη δοξολογία αντάλλαξαν θερμούς λόγους, με τον Πάπα να τονίζει τη βαθιά συγκίνησή του: «Μπαίνω σε αυτόν τον ναό με μεγάλα συναισθήματα, ακολουθώντας τα βήματα των προκατόχων μου». Ο ίδιος αναφέρθηκε και στις σχέσεις του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, υπογραμμίζοντας ότι «η φιλία μας άρχισε να βαθαίνει από την ενθρόνισή μου, όταν με επισκεφθήκατε».

Από την πλευρά του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης επαναδιατύπωσε την πρόσκληση για κοινό προσκύνημα στη Νίκαια, την οποία είχε απευθύνει και στον Πάπα Φραγκίσκο, επιβεβαιώνοντας το πλαίσιο συνεργασίας που επιδιώκεται μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν στο Φανάρι χαρακτηρίστηκαν ως «ιδιαίτερα σημαντικές και ιστορικές», αφήνοντας, όπως σημειώθηκε, «ένα έντονο αποτύπωμα» στην πορεία του διαλόγου μεταξύ Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Κατά τη δοξολογία έγινε δέηση σε διάφορες γλώσσες υπέρ της ειρήνης και οι δύο προκαθήμενοι ανέγνωσαν μαζί το «Πάτερ ημών» στην λατινική γλώσσα.
Στην ομιλία του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, αφού υπενθύμισε ότι κατά τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο κληρικός προ της συμμετοχής του στη Θείας Ευχαριστία αναγιγνώσκει μια ευχή γνωστή ως «Καιρός», είπε στον Πάπα ότι ήλθε στη Νίκαια για να λάβει τον δικό του «Καιρό» για δύναμη και ενίσχυση, καθώς αρχίζει τη διακονία του με έκδηλη τη βούληση όπως διακονήσει την κλήση του Κυρίου για χριστιανική ενότητα, η οποία είναι αναγκαία περισσότερο από ποτέ.
Την ανάγκη ενίσχυσης της ενότητας των Εκκλησιών και συνέχισης του διαλόγου «με αλήθεια και αγάπη» υπογράμμισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στις δηλώσεις του προς τον Πάπα, κατά τη συνάντησή τους, κατά τη Δοξολογία στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι.
Ο Πατριάρχης έκανε λόγο για μία «σημαντική για την ενιαία φωνή της Εκκλησίας», ενώ αναφέρθηκε στους προκατόχους του Πάπα, Βενέδικτο ΙΣΤ΄ και Φραγκίσκο, τους οποίους χαρακτήρισε «εξαιρετικούς», σημειώνοντας ότι καθένας «με το δικό του χάρισμα» συνέβαλε στην προσέγγιση των δύο Εκκλησιών. Υπενθύμισε ότι το προσκύνημα στη Νίκαια δεν πραγματοποιήθηκε με τον Πάπα Φραγκίσκο, «καθώς εκοιμήθη αιφνιδίως τη δεύτερη ημέρα μετά το Πάσχα της Ρώμης», όμως «η υπόσχεση εκπληρώθηκε εχθές από εμάς τους δύο».
Ο Πατριάρχης υπογράμμισε ότι το πρώτο ταξίδι του Πάπα εκτός Ιταλίας «θα ευλογήσει τη θητεία του», καθώς επέλεξε να το πραγματοποιήσει στη Νίκαια, «στο σημείο όπου θεμελιώθηκε η βάση της πίστης μας». Παρέπεμψε, επίσης, στη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία ο ιερέας λαμβάνει την ευλογία του Χριστού πριν από τη συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία. «Με αυτή τη λογική», είπε, «λαμβάνετε την ευλογία που εμείς ονομάζουμε “καιρό”, ενισχύοντας το έργο σας στον ιερό αυτό χώρο».
Εστιάζοντας στην ευθύνη των δύο Εκκλησιών, ο Πατριάρχης τόνισε την ανάγκη «να διατηρήσουμε το πνεύμα και την ενότητα της ειρήνης», επισημαίνοντας ότι το ζήτημα της ενότητας «είναι πιο σημαντικό από ποτέ». Κλείνοντας, εξέφρασε «μεγάλη χαρά» για την υποδοχή του Πάπα «ως αδελφού» και ανανέωσε τη δέσμευση για κοινή προσπάθεια προς την ειρήνη και τη συμφιλίωση στον κόσμο.
Μήνυμα ενότητας από τον Πάπα: «Συγκινήθηκα βαθιά πατώντας στα βήματα των προκατόχων μου»
Μήνυμα ενότητας και αμοιβαίας δέσμευσης για συνέχιση του διαλόγου μεταξύ των Εκκλησιών έστειλε ο Πάπας, κατά τις δηλώσεις του στο πλαίσιο της συνάντησής του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Ο Ποντίφικας εξέφρασε «βαθιά ευγνωμοσύνη» για τη θερμή υποδοχή και μίλησε για τη συγκίνηση που ένιωσε μπαίνοντας στον ναό, όπου, όπως είπε, «πάτησα στα ίδια βήματα του Παύλου ΣΤ΄, του Αγίου Ιωάννη Παύλου Β΄ και, βεβαίως, του προκατόχου μου Πάπα Φραγκίσκου».
Ο Πάπας σημείωσε ότι είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει προσωπικά ορισμένους από τους προκατόχους του και να χαράξει «κοινή γραμμή» μαζί τους, όσο ήταν εν ζωή, για τα βασικά ζητήματα της Εκκλησίας. Παράλληλα, αναφέρθηκε στους δεσμούς φιλίας που αναπτύχθηκαν κατά την πρώτη επίσκεψη του Πατριάρχη στη Ρώμη «ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της τελετής της Ευχαριστίας».
Κάνοντας αναφορά στη συμπόρευση των δύο Εκκλησιών, ο Ποντίφικας τόνισε ότι το πρωί «ζήσαμε στιγμές χάριτος» κατά τον κοινό εορτασμό των 1.700 ετών από την Πρώτη Ιερά Σύνοδο, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για γεγονός που ανακαλεί «την προσευχή του Ιησού όλοι οι οπαδοί Του να είναι ενωμένοι». Υπογράμμισε ότι το έργο αυτό θα προχωρήσει «με σταθερή δέσμευση».
Ο Πάπας αναφέρθηκε και στην επικείμενη εορτή του Αποστόλου Ανδρέα, τονίζοντας ότι κατά τη βραδινή προσευχή «ο διάκονος προσευχήθηκε για τη σημασία της ένωσης και της ενότητας των Εκκλησιών» — προσευχή που, όπως ανέφερε, «θα επαναληφθεί και αύριο το πρωί».
Κλείνοντας, ευχαρίστησε εκ νέου για τη φιλοξενία και απηύθυνε «τις καλύτερες ευχές» προς όλους με αφορμή τον εορτασμό του Αποστόλου Ανδρέα.
Θεία λειτουργία και προσευχή του Πάπα Λέοντα
Αυτή την ώρα πραγματοποιείται μαζική θεία λειτουργία στον κλειστό χώρο εκδηλώσεων «Volkswagen Arena» της Κωνσταντινούπολης.
Κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας ο Πάπας αναφέρθηκε στην ανάγκη εμβάθυνσης της ενότητας των Εκκλησιών και της κοινής μαρτυρίας αγάπης στον κόσμο, τονίζοντας ότι η κοινή παρουσία διαφορετικών παραδόσεων αποτελεί «παράδειγμα του πλούτου της Εκκλησίας».
Ο Ποντίφικας επεσήμανε ότι «4 διαφορετικές παραδόσεις παρούσες δείχνουν τον εκκλησιαστικό πλούτο, και οι διαφορές που υπάρχουν αποτελούν “μεγάλα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας του Θεού”». Πρόσθεσε ότι «ενωνόμαστε όλοι γύρω από το ιερό και αυτό είναι ένα δώρο του Θεού… ένας δεσμός αήττητος εξαιτίας της χάρης του Θεού».
Σημείωσε ότι η υλοποίηση της ενότητας «εξαρτάται από εμάς, από τις δικές μας προσπάθειες» και χρησιμοποίησε ως παράδειγμα τις «γέφυρες του Βοσπόρου», υπογραμμίζοντας πως «και η ενότητα χρειάζεται φροντίδα ώστε να παραμείνει στέρεη και να ξεπεράσει κάθε είδους δυσκολία».
Ο Πάπας ανέφερε ότι «η Ιερουσαλήμ αποτελεί για μας τον προορισμό μας» και κάλεσε σε ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των Εκκλησιών, ώστε «να δώσουμε ένα αξιόπιστο σημάδι σε έναν κόσμο απέραντης αγάπης». Υπογράμμισε επίσης ότι «ο Οικουμενισμός πιστοποιείται στις διαθήκες και των άλλων Ομολογιών» και ότι «ο Χριστός είναι ο Σωτήρας μας… το μήνυμα αυτό παραμένει και για την Καθολική Εκκλησία αλλά και για τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες».
Αναφερόμενος στην κοινή προσευχή της προηγούμενης ημέρας, σημείωσε πως ήταν «μάρτυρας αυτής της οικουμενικής κοινωνίας», προσθέτοντας ότι «σύμφωνα με τον Πάπα Ιωάννη, η θυσία μπορεί να ολοκληρωθεί και σήμερα». Τόνισε με έμφαση: «Λέμε “ναι” στην ενότητα και ας ενωθούμε όλοι».
Ο Ποντίφικας έκανε λόγο και για τη σχέση των Εκκλησιών με τα μέλη μη χριστιανικών κοινοτήτων, σημειώνοντας ότι σε έναν κόσμο με πολέμους και συγκρούσεις, οι Γραφές υπενθυμίζουν ότι «όποιος δεν αγαπά, δεν γνωρίζει τον Θεό». Κάλεσε, λοιπόν, «να προχωρήσουμε μαζί, εκτιμώντας αυτό που μας ενώνει και γκρεμίζοντας τους τοίχους της προκατάληψης και της καχυποψίας, ώστε να μεταδοθεί “ένα ισχυρό μήνυμα ελπίδας και μια πρόσκληση να γίνουμε ειρηνοποιοί”».
Κλείνοντας, ο Πάπας συνδέθηκε με το πνεύμα της περιόδου πριν τα Χριστούγεννα, καλώντας τους πιστούς «να κατακτήσουμε αυτές τις αρχές» και να διανύσουμε «μια πορεία που θα είναι γέφυρα μεταξύ γης και ουρανού». Όπως είπε, «ας παραμείνουμε προσηλωμένοι και στις δύο άκρες της γέφυρας… για να βρούμε κάποια στιγμή τους εαυτούς μας ενωμένους στον Οίκο του Κυρίου».






Τρίζουν τα κόκαλα των πατέρων της εκκλησίας