Η υπόθεση των αγροτικών κινητοποιήσεων δεν ήταν απλώς μια κακή στιγμή για την κυβέρνηση· ήταν το σημείο μηδέν της πολιτικής αποσύνθεσης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ήταν η στιγμή που κατέρρευσε οριστικά το μύθευμα του «ισχυρού πρωθυπουργού», αποκαλύπτοντας έναν ηγέτη εγκλωβισμένο στην αλαζονεία του, αποκομμένο από την κοινωνία και ανίκανο να διαχειριστεί οτιδήποτε δεν ελέγχεται από power point και επικοινωνιακά non paper.
Από την πρώτη ημέρα, η κυβέρνηση λειτούργησε με αλαζονεία εξουσίας και περιφρόνηση. Υποτίμησε τους αγρότες, απαξίωσε τα αιτήματά τους και πόνταρε στο γνωστό της όπλο: τη διάσπαση της κοινωνίας. Όταν ο κοινωνικός αυτοματισμός δεν δούλεψε, πέρασε στο επόμενο στάδιο: πιέσεις, απειλές, στοχοποίηση, λεκτική βία και έμμεσες προγραφές συνδικαλιστών. Ένα κράτος που δεν πείθει, εκφοβίζει. Ένα σύστημα που δεν κυβερνά, καταστέλλει.
Και όταν ούτε αυτό απέδωσε, ο «παντοδύναμος» πρωθυπουργός κατέληξε να σέρνεται πίσω από τα γεγονότα, αποδεχόμενος σχεδόν όλα όσα ζητούσαν οι αγρότες εξαρχής. Δηλαδή ακριβώς όσα θα μπορούσε να έχει δώσει χωρίς να παραλύσει τη χώρα, χωρίς να εξευτελιστεί πολιτικά και χωρίς να αποδείξει πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η εμμονή στην επίδειξη πυγμής.
Το αποτέλεσμα ήταν μια πολιτική πανωλεθρία. Ένας πρωθυπουργός που προανήγγειλε συναντήσεις που δεν έγιναν ποτέ, υποσχέσεις που διαψεύστηκαν πριν στεγνώσουν και «σχέδια» που διαλύθηκαν από την ίδια την πραγματικότητα. Μια κυβέρνηση που κατάφερε το αδιανόητο: να εξοργίσει τους αγρότες, να ταλαιπωρήσει τους πολίτες και να μετατρέψει το κράτος σε παθητικό θεατή και τροχονόμο των μπλόκων, χωρίς πυξίδα, χωρίς κύρος, χωρίς έλεγχο.
Η ζημιά δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Είναι δομική και μη αναστρέψιμη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχασε κοινωνικές συμμαχίες που θεωρούσε δεδομένες, απογοήτευσε ψηφοφόρους που τον στήριξαν με φανατισμό και αποκάλυψε ότι πίσω από το «επιτελικό κράτος» κρύβεται ένα σύστημα που καταρρέει με το πρώτο σοβαρό κύμα αντίστασης.
Ταυτόχρονα, πέταξε στα σκυλιά υπουργούς και βουλευτές, τους οποίους εξέθεσε ανεπανόρθωτα και τους φόρτωσε το κόστος μιας στρατηγικής αυτοκτονίας. Σε πολιτικό χρόνο μηδέν πριν τις κάλπες, η κυβέρνηση δείχνει να παραπαίει, χωρίς σχέδιο, χωρίς αφήγημα και χωρίς εφεδρείες.
Το φιάσκο με τους αγρότες αποκάλυψε κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: ένα Μαξίμου που δεν κυβερνά, απλώς διαχειρίζεται κρίσεις — και μάλιστα αποτυχημένα. Κάθε κοινωνική ομάδα πλέον γνωρίζει ότι η κυβέρνηση λυγίζει μόνο υπό πίεση. Κάθε «όχι» μεταφράζεται σε πολιτικό κόστος. Και το κύμα δεν σταματά εδώ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται πλέον πολιτικά απομονωμένος, περισσότερο από ποτέ. Στα σχοινιά, αμυνόμενος, με μοναδική ελπίδα τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης — μια ελπίδα που δεν αρκεί για να κρύψει την επερχόμενη ήττα. Η αυτοδυναμία έχει τελειώσει οριστικά και το ποσοστό του 2023 μοιάζει πλέον άπιαστο όνειρο.
Στο παρασκήνιο, το πολιτικό σύστημα προχωρά χωρίς αυτόν. Τα σενάρια της επόμενης μέρας τον αφήνουν εκτός και η αγωνιώδης κινητικότητα στο εξωτερικό δείχνει έναν πρωθυπουργό που δεν σχεδιάζει το μέλλον της χώρας, αλλά τη δική του έξοδο κινδύνου. Οι συνεντεύξεις, οι δημοσκοπήσεις και τα επικοινωνιακά τρικ δεν μπορούν να κρύψουν την πραγματικότητα.
Το αφήγημα τελείωσε. Η φθορά είναι μη αναστρέψιμη. Και όσο κι αν προσπαθεί να κρατηθεί στην επιφάνεια, το πολιτικό τσουνάμι που έρχεται δεν δείχνει διαχειρίσιμο — ούτε για τον ίδιο, ούτε για το σύστημα που τον ανέδειξε.






