Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα δεν αποτέλεσε διπλωματική επιτυχία, αλλά μια ακόμη ένδειξη της στρατηγικής επιλογής της ελληνικής κυβέρνησης να επενδύσει σε επικοινωνιακές εικόνες ηρεμίας, την ώρα που τα κρίσιμα εθνικά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά και ενισχύονται από την τουρκική αναθεωρητική πολιτική.
Πίσω από τα χαμόγελα, τις χειραψίες και τους πανηγυρικούς τόνους περί «ήρεμων νερών», η πραγματικότητα είναι ότι η Αθήνα εμφανίστηκε πρόθυμη να μετατρέψει μια κορυφαία διπλωματική συνάντηση σε διαδικασία διευθέτησης ζητημάτων χαμηλής πολιτικής, αφήνοντας στο περιθώριο το σύνολο των στρατηγικών προκλήσεων που θέτει η Τουρκία.
Η επικοινωνιακή νίκη του Ερντογάν και η ελληνική συμμετοχή στο πολιτικό του αφήγημα
Η θεαματική μεταστροφή της τουρκικής ρητορικής – από το «Μητσοτάκης γιοκ» στο «πολύτιμε φίλε μου» – παρουσιάστηκε από την ελληνική κυβέρνηση ως ένδειξη επιτυχίας. Στην πραγματικότητα, όμως, η εικόνα αυτή λειτούργησε κυρίως προς όφελος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος αξιοποίησε την επίσκεψη για να ενισχύσει το προφίλ του ως ηγέτη που επιβάλλει την ατζέντα του ακόμη και απέναντι σε παραδοσιακούς αντιπάλους.
Η ελληνική πλευρά εμφανίστηκε να αποδέχεται ένα σκηνικό πολιτικής φιλοξενίας που λειτούργησε περισσότερο ως εθνικιστικό επικοινωνιακό θέαμα για το εσωτερικό ακροατήριο της Τουρκίας, παρά ως ουσιαστική διαπραγμάτευση ισότιμων κρατών.
Η «Θετική Ατζέντα» ως υποκατάστατο στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής
Ο πυρήνας της επίσκεψης περιορίστηκε στην προώθηση οικονομικών συνεργασιών, επιχειρηματικών συμφωνιών και διευκολύνσεων μετακίνησης πολιτών. Η κυβέρνηση προέβαλε τον στόχο διπλασιασμού του διμερούς εμπορίου ως σημαντική επιτυχία.
Ωστόσο, η επιλογή αυτή δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα. Σε μια περίοδο όπου η Τουρκία αμφισβητεί ευθέως κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, η μετατόπιση της διπλωματικής προσοχής σε τουριστικές βίζες και επιχειρηματικά φόρουμ εμφανίζεται ως πολιτική αποσύνδεσης από τις πραγματικές απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα.
Για πολλούς επικριτές, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει να παρουσιάσει ως διπλωματική επιτυχία μια ατζέντα που αφορά κυρίως οικονομικά συμφέροντα και όχι την ασφάλεια ή την κυριαρχία της χώρας.
Δημόσιες αντιπαραθέσεις χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα
Η διαφωνία για τη μειονότητα της Θράκης και η υπόθεση της Μονής της Χώρας ανέδειξαν την αμετακίνητη στάση της Τουρκίας. Παρά τις ελληνικές τοποθετήσεις, η Άγκυρα δεν έκανε την παραμικρή υποχώρηση.
Το γεγονός αυτό ενισχύει την εικόνα μιας ελληνικής κυβέρνησης που περιορίζεται σε λεκτικές αντιδράσεις χωρίς ουσιαστική πολιτική πίεση ή στρατηγικό αντίβαρο. Οι δημόσιες τοποθετήσεις της ελληνικής πλευράς, αν και θεσμικά ορθές, δεν συνοδεύτηκαν από καμία πρακτική διπλωματική συνέπεια.
Κυπριακό και Αιγαίο: Η σιωπηρή αποδοχή του αδιεξόδου
Στα μεγάλα ζητήματα, όπως το Κυπριακό και οι θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο, η απόσταση μεταξύ των δύο χωρών παρέμεινε τεράστια. Η Τουρκία συνεχίζει να προωθεί λύση δύο κρατών στην Κύπρο και να θέτει ζητήματα αποστρατιωτικοποίησης και «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο.
Η ελληνική κυβέρνηση περιορίστηκε σε επανάληψη πάγιων θέσεων χωρίς να παρουσιάσει σαφή στρατηγική αντιμετώπισης της τουρκικής πολιτικής. Η επιλογή διατήρησης του κλίματος ηρεμίας μοιάζει, για πολλούς αναλυτές, περισσότερο με προσπάθεια αποφυγής κρίσεων παρά με ενεργητική υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων.
Η πολιτική κατευνασμού και ο κίνδυνος σταδιακής μετατόπισης ισορροπιών
Η επίκληση της ανάγκης αποφυγής εντάσεων αποτελεί πλέον τον βασικό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Όταν η μία πλευρά διατηρεί αμετάβλητες και συχνά επιθετικές διεκδικήσεις, ενώ η άλλη επενδύει κυρίως στη διατήρηση καλού κλίματος, δημιουργείται ανισορροπία που μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη μακροπρόθεσμα.
Η παρουσία της ελληνικής κυβέρνησης στην Άγκυρα, με περιορισμένη ατζέντα και χωρίς ουσιαστικές διπλωματικές απαιτήσεις, ενισχύει την εικόνα μιας πολιτικής που δίνει προτεραιότητα στην επικοινωνιακή διαχείριση και όχι στη στρατηγική αποτροπή.
Το πολιτικό μήνυμα προς την ελληνική κοινωνία
Η επίσκεψη αυτή δημιουργεί εύλογες απορίες για το κατά πόσο η ελληνική εξωτερική πολιτική ανταποκρίνεται στις ανησυχίες της κοινωνίας. Σε μια περίοδο γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η εικόνα μιας κυβέρνησης που μεταβαίνει στην Άγκυρα για συμφωνίες περιορισμένης στρατηγικής σημασίας ενδέχεται να ενισχύσει την αίσθηση πολιτικής αδυναμίας.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Ελλάδα χαράσσει αυτόνομη στρατηγική ή αν προσαρμόζεται σταδιακά στις επιδιώξεις της Τουρκίας, επιλέγοντας τη διατήρηση της ηρεμίας ως αυτοσκοπό.




