Η πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα αποκαλύπτει ένα σκληρό και απογοητευτικό τοπίο, παρά τα επικοινωνιακά αφηγήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη περί οικονομικής ανάπτυξης και βελτίωσης των εισοδημάτων. Τα στοιχεία για την πορεία των μισθών δείχνουν ότι η χώρα παραμένει ουραγός στην Ευρώπη, με την κοινωνία να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας και διαρκούς υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου.
Παρά τις διακηρύξεις για αύξηση των αποδοχών, η Ελλάδα συνεχίζει να ακολουθεί με τεράστια καθυστέρηση τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα τελευταία δεδομένα από το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ αποτυπώνουν μια εικόνα που διαψεύδει τις κυβερνητικές εξαγγελίες και επιβεβαιώνει ότι το χάσμα μεταξύ Ελλήνων εργαζομένων και Ευρωπαίων συναδέλφων τους παραμένει τεράστιο.
Ο μέσος μισθός το 2025 ανήλθε στα 1.362 ευρώ μεικτά, παρουσιάζοντας μια αύξηση της τάξης του 4,56% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παρότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το στοιχείο αυτό ως επιτυχία, η πραγματικότητα είναι ότι οι αυξήσεις αυτές παραμένουν ανεπαρκείς για να καλύψουν το κόστος ζωής που έχει εκτοξευθεί. Από το 2019 έως σήμερα, η συνολική αύξηση των μισθών φτάνει το 30,3%, ωστόσο η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση έχει εξανεμίσει κάθε όφελος, αφήνοντας τα νοικοκυριά σε χειρότερη οικονομική θέση.
Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης διαμορφώθηκε στα 1.516 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς όμως να αντανακλά ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητας των εργαζομένων. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως πρόοδο το γεγονός ότι περίπου δύο στους τρεις εργαζόμενους λαμβάνουν αποδοχές άνω των 1.000 ευρώ, παραβλέποντας ότι το ποσό αυτό πλέον θεωρείται οριακά επαρκές για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις εργαζόμενους αμείβεται με μισθούς που κυμαίνονται μεταξύ 1.001 και 1.200 ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει τη διεύρυνση των χαμηλών μισθολογικών κλιμακίων και τη μετατροπή της μεσαίας τάξης σε οικονομικά ευάλωτη κατηγορία. Παράλληλα, όταν ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει περίπου τα 3.155 ευρώ, γίνεται σαφές ότι η Ελλάδα κινείται σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο εισοδημάτων, με τους Έλληνες εργαζόμενους να λαμβάνουν σχεδόν τα μισά χρήματα από τον μέσο Ευρωπαίο.
Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η εστίαση και το λιανεμπόριο, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό για παραγωγική ανασυγκρότηση και δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Η επιλογή αυτή οδηγεί αναπόφευκτα σε χαμηλούς μισθούς και περιορισμένες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης.
Τα στοιχεία για τη δομή των επιχειρήσεων αποκαλύπτουν επίσης τη στρεβλή εικόνα της αγοράς εργασίας. Η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές μονάδες με ελάχιστο προσωπικό, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα αύξησης των αποδοχών και ενισχύει την εργασιακή ανασφάλεια. Ταυτόχρονα, οι μεγάλες επιχειρήσεις που απασχολούν σημαντικό αριθμό εργαζομένων παραμένουν ελάχιστες, ενώ σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις λειτουργούν ως ατομικές δραστηριότητες.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εργάζονται περισσότερες ώρες σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να αμείβονται ανάλογα. Πάνω από το 78% εργάζεται περισσότερες από 35 ώρες εβδομαδιαίως, αποδεικνύοντας ότι η αυξημένη παραγωγικότητα δεν μεταφράζεται σε καλύτερες αποδοχές, αλλά σε εντατικοποίηση της εργασίας με περιορισμένα οικονομικά οφέλη.
Παρά τις κυβερνητικές αναφορές στη βελτίωση των εισοδημάτων, ακόμη και οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει εξαιρετικά χαμηλή. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το κόστος διαβίωσης, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η οικονομική πολιτική δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ουσιαστική ευημερία για την κοινωνία.
Οι προβλέψεις για το 2026 δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, οι πραγματικοί μισθοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να αυξηθούν κατά 1,7%, ενώ στην Ελλάδα η αύξηση προβλέπεται να περιοριστεί μόλις στο 0,9%. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει την αδυναμία της κυβέρνησης να μεταφέρει τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης στους εργαζόμενους.
Με τον πληθωρισμό να παραμένει πάνω από το 2%, οι αυξήσεις που προωθούνται ουσιαστικά οδηγούν σε μείωση του πραγματικού εισοδήματος. Οι εργαζόμενοι μπορεί να βλέπουν μικρές αυξήσεις στους μισθούς τους, όμως στην πράξη αγοράζουν ολοένα λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή φτωχοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης.
Η εικόνα που διαμορφώνεται καταδεικνύει ότι η κυβερνητική πολιτική δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει τις βασικές ανάγκες της κοινωνίας. Αντίθετα, η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί και η εργασιακή ανασφάλεια συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο οι εργαζόμενοι καλούνται να επιβιώσουν με όλο και λιγότερους πόρους, ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει να παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής επιτυχίας που απέχει σημαντικά από την καθημερινότητα των πολιτών.






