Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης πραγματοποιούσε επίσημη επίσκεψη στην Άγκυρα, επιχειρώντας να παρουσιάσει μια εικόνα εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η τουρκική ηγεσία προχωρούσε σε μια κίνηση που για πολλούς συνιστά ευθεία πρόκληση και ταυτόχρονα ηχηρή διάψευση της ελληνικής διπλωματικής στρατηγικής.
Στις 11 Φεβρουαρίου 2026, ενώ ο Έλληνας Πρωθυπουργός αναφερόταν σε «λειτουργικές σχέσεις» και «θετική ατζέντα», ο Τούρκος Υπουργός Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ ανακοίνωνε ότι η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Τουρκίας (TPAO) αναδείχθηκε νικήτρια σε διαγωνισμό της Λιβύης για έρευνες υδρογονανθράκων. Το σοκ δεν προήλθε μόνο από την ανακοίνωση, αλλά κυρίως από τη γεωγραφία των περιοχών που παραχωρήθηκαν.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, τρία από τα τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα βρίσκονται νότια της Κρήτης, σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της. Η Τουρκία, βασιζόμενη στο αμφισβητούμενο τουρκολιβυκό μνημόνιο, επιχειρεί να νομιμοποιήσει έμπρακτα τις διεκδικήσεις της, μετατρέποντας μια θεωρητική αμφισβήτηση σε πρακτική εφαρμογή γεωπολιτικής επιβολής.
Η Λιβύη ως εργαλείο της τουρκικής στρατηγικής και η ελληνική διπλωματική κατάρρευση
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι η ανακοίνωση δεν προήλθε από τη λιβυκή πλευρά αλλά από την ίδια την Άγκυρα, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας Λιβύης που λειτουργεί πλέον ως γεωπολιτικός προέκταση της τουρκικής επιρροής.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την πλήρη αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να διαμορφώσει σταθερά ερείσματα στη λιβυκή κρίση. Η Αθήνα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια κατάσταση όπου τόσο η κυβέρνηση της Τρίπολης όσο και το κοινοβούλιο της Ανατολικής Λιβύης εμφανίζονται να ευθυγραμμίζονται με τις τουρκικές επιδιώξεις.
Το «ναυάγιο» της στρατηγικής Χαφτάρ
Η απόφαση του κοινοβουλίου της Ανατολικής Λιβύης να εγκρίνει τις συμφωνίες με την Τουρκία αποτελεί ιδιαίτερα οδυνηρή εξέλιξη για την ελληνική διπλωματία. Πρόκειται για τον ίδιο Χαλίφα Χαφτάρ που το 2019 είχε παρουσιαστεί από την ελληνική κυβέρνηση ως στρατηγικός σύμμαχος απέναντι στην τουρκική επιρροή.
Η τότε επιλογή της Αθήνας να επενδύσει πολιτικά στον Χαφτάρ παρουσιάστηκε ως κίνηση υψηλής γεωπολιτικής αξίας. Σήμερα, η ίδια αυτή επιλογή αποδεικνύεται ένα διπλωματικό φιάσκο, καθώς ο Λίβυος στρατάρχης εμφανίζεται να συντάσσεται με την Άγκυρα, ακυρώνοντας στην πράξη το αφήγημα περί δημιουργίας αντιτουρκικού μετώπου.
Η εξέλιξη αυτή αφήνει την Ελλάδα απομονωμένη σε μια περιοχή όπου η Τουρκία έχει καταφέρει να εδραιώσει πολυεπίπεδη στρατιωτική και πολιτική παρουσία.
Ένας Πρωθυπουργός σε διπλωματική αποσύνδεση
Η εικόνα του Κυριάκου Μητσοτάκη να μιλά για «ήρεμα νερά» την ώρα που η Τουρκία επεκτείνει τις ενεργειακές της διεκδικήσεις σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος δημιουργεί έντονα ερωτήματα για τη στρατηγική κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται να επενδύει σε ένα αφήγημα οικονομικής συνεργασίας και εμπορικών συμφωνιών, την ίδια στιγμή που η Άγκυρα υλοποιεί μεθοδικά το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η αντίθεση ανάμεσα στη ρητορική της Αθήνας και τις κινήσεις της Τουρκίας ενισχύει την εικόνα μιας πολιτικής που αδυνατεί να αντιληφθεί τη δυναμική των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Το ρητορικό ερώτημα του Πρωθυπουργού περί προσφυγής στη Χάγη μοιάζει να απαντάται από την τουρκική πλευρά όχι με διπλωματικές διαβουλεύσεις αλλά με ενεργειακές και στρατηγικές πρωτοβουλίες επί του πεδίου.
Η στρατηγική του «προβλέψιμου συμμάχου» και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι
Η πολιτική επιλογή της Αθήνας να εμφανίζεται ως «σταθερός και προβλέψιμος σύμμαχος» στη διεθνή σκηνή έχει δεχθεί έντονη κριτική. Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, η στρατηγική αυτή οδηγεί σε μια παθητική στάση απέναντι στις τουρκικές κινήσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Ελλάδας να διαμορφώνει πρωτοβουλίες αποτροπής.
Η σταδιακή ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στη Λιβύη, σε συνδυασμό με τις ενεργειακές της φιλοδοξίες, δημιουργεί έναν γεωπολιτικό κλοιό που απειλεί να μετατρέψει την Ελλάδα σε θεατή εξελίξεων που αφορούν άμεσα τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Το ευρύτερο πολιτικό μήνυμα
Η ανακοίνωση των τουρκικών ενεργειακών σχεδίων την ίδια ημέρα με την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα αποτελεί, για πολλούς επικριτές της κυβέρνησης, μια συμβολική επιβεβαίωση της ασυμμετρίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ενώ η ελληνική πλευρά επιδιώκει κλίμα συνεννόησης, η Τουρκία φαίνεται να αξιοποιεί τον διάλογο ως εργαλείο προώθησης των στρατηγικών της στόχων.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Ελλάδα διαθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική αντιμετώπισης της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής ή αν περιορίζεται σε μια διπλωματία διαχείρισης κρίσεων που αφήνει χώρο στην Άγκυρα να διαμορφώνει τα τετελεσμένα.






41τακοτο…