«ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ Η ΕΕ» — Η ΕΥΚΟΛΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΣΦΥΞΙΑ – ΣΤΑ 8,5 ΛΕΠΤΑ/KWH ΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΡΕΥΜΑ, ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΠΛΗΣΙΑΣΑΝ ΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΑΣ

Κοινοποίηση:
o79gRTGa

Οι σημερινές κυβερνητικές «ανακοινώσεις στήριξης» για τους αγρότες μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακή βιτρίνα παρά με πραγματική λύση. Για άλλη μια φορά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζεται να κάνει τα πάντα τέλεια, να έχει απαντήσεις για όλα, να περηφανεύεται ότι «δεν υπάρχει φράγκο — δεν μας δίνει η ΕΕ», κι επομένως ό,τι δεν γίνεται… απλώς δεν γίνεται. Τα αιτήματα των αγροτών βαφτίζονται «ανέφικτα» και «εκτός πλαισίου», ενώ την ίδια στιγμή προβάλλεται ως τεράστια μεταρρύθμιση ένα πλέγμα μέτρων που, στην πράξη, αφήνει το κόστος παραγωγής στα ύψη και την επιβίωση των μικρομεσαίων παραγωγών στον αυτόματο πιλότο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιβόητη τιμή ρεύματος στα 8,5 λεπτά/kWh. Παρουσιάζεται ως ιστορική ελάφρυνση, ως «εγγυημένη προστασία» των αγροτών. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια τιμή που παραμένει βαριά, ειδικά όταν συνυπολογίσει κανείς τα υπόλοιπα κόστη, τις αυξήσεις υλικών, τις ζημιές από καιρικά φαινόμενα και την έλλειψη επαρκών αποζημιώσεων την ώρα που άλλες χώρες της ΕΕ βρίσκουν τρόπους να στηρίζουν πραγματικά τους παραγωγούς τους. Η κυβέρνηση προσπαθεί να μας πείσει ότι αυτό είναι το “καλύτερο δυνατό”, επειδή δήθεν οποιαδήποτε ουσιαστική μείωση θα «προκαλούσε θέματα ανταγωνισμού». Άρα, επειδή «η Ευρώπη δεν δίνει φράγκο», ο Έλληνας αγρότης πρέπει να συνεχίσει να πληρώνει πανάκριβα και να χειροκροτεί.

Αντίστοιχα, η «επιστροφή του ΕΦΚ πετρελαίου στην αντλία» μέσω εφαρμογής παρουσιάζεται ως καινοτομία. Στην πράξη, όμως, σημαίνει ένα ακόμη γραφειοκρατικό φίλτρο, ένα ακόμη σύστημα ελέγχου πάνω στους αγρότες, που πρέπει να κατεβάζουν εφαρμογές, να σκανάρουν QR, να περνούν από διασταυρώσεις δεδομένων με την ΑΑΔΕ και να περιμένουν τον συμψηφισμό. Αντί για καθαρή, απλή, ουσιαστική μείωση του κόστους καυσίμων, έχουμε μια ψηφιακή διαδικασία που θυμίζει περισσότερο μηχανισμό περιορισμού, παρά πραγματική στήριξη. Η κυβέρνηση επιμένει ότι έτσι «διασφαλίζεται το σύστημα». Στην πραγματικότητα, αυτό που διασφαλίζεται είναι ότι το κράτος θα ελέγχει σπιθαμή προς σπιθαμή τον αγρότη, ενώ εκείνος θα εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά καύσιμα και να περιμένει… την εφαρμογή να τον “σώσει”.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ο αντιπρόεδρος και ο αρμόδιος υπουργός εμφανίζονται να δηλώνουν ατάραχοι πως τα περισσότερα αιτήματα των αγροτών έχουν ήδη ικανοποιηθεί — ή είναι «αδύνατο» να ικανοποιηθούν λόγω ευρωπαϊκών κανόνων. Με απλά λόγια: όταν κάτι δεν γίνεται, φταίει η Ευρώπη. Όταν κάτι γίνεται, είναι επιτυχία της κυβέρνησης. Η πραγματικότητα όμως στα χωράφια, στα μπλόκα, στα βιβλιάρια των παραγωγών λέει άλλα: τα εισοδήματα πιέζονται, το κόστος αυξάνεται, οι κίνδυνοι μεγαλώνουν, και η «στήριξη» έρχεται με το σταγονόμετρο, συχνά μέσω περίπλοκων μηχανισμών που ευνοούν τους λίγους και ισχυρούς.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επιμένει ότι «οι πραγματικοί παραγωγοί θα βγουν κερδισμένοι», παρουσιάζοντας ως «δικαιότερη κατανομή» το ίδιο περιορισμένο πακέτο κονδυλίων. Την ίδια ώρα, παραδέχεται ότι από τα 27 αιτήματα των αγροτών ικανοποιήθηκαν μόνο τα 16, τέσσερα σέρνονται «υπό επεξεργασία» και επτά απορρίπτονται ως «εκτός δημοσιονομικού ορίου» και ευρωπαϊκού πλαισίου — δηλαδή δεν πρόκειται να υλοποιηθούν, επειδή η κυβέρνηση δηλώνει πως η Ευρώπη δεν δίνει χρήματα. Με άλλα λόγια, μεταφέρει την ευθύνη αλλού, αφήνοντας τους αγρότες να επωμίζονται το κόστος.

Ο Τσιάρας ζητά διάλογο και δηλώνει ότι η κυβέρνηση «στέκεται δίπλα» στους αγρότες, ενώ ταυτόχρονα ξεκαθαρίζει ότι τα λεφτά δεν υπάρχουν και τα περιθώρια είναι ανύπαρκτα. Έτσι, ο διάλογος παρουσιάζεται περισσότερο ως προσχηματικός μηχανισμός αποφόρτισης, παρά ως πραγματικό εργαλείο επίλυσης — μια διαδικασία όπου οι αποφάσεις είναι ήδη προδιαγεγραμμένες.

Ο Χατζηδάκης, από την πλευρά του, μιλά για «συγκεκριμένες λύσεις», αλλά παραδέχεται ότι σχεδόν όλα «σκοντάφτουν» στους δημοσιονομικούς περιορισμούς και, κυρίως, στο άκαμπτο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό προβάλλεται ως αδιαπραγμάτευτος μονόδρομος, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται περισσότερο ως διαχειριστής περιορισμών παρά ως δύναμη που διεκδικεί ουσιαστικές αλλαγές υπέρ των παραγωγών.

Παράλληλα, διακηρύσσει ότι οι πόρτες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης είναι «πάντα ανοιχτές», μιλώντας για συζητήσεις γύρω από διαρθρωτικά ζητήματα και τη νέα ΚΑΠ. Ωστόσο, δεν διστάζει να επιτεθεί στις κινητοποιήσεις, κατηγορώντας τα μπλόκα ότι «κόβουν τη χώρα στα δύο» και υπονοώντας ότι όσοι διαμαρτύρονται χωρίς να δεχτούν τον κυβερνητικό διάλογο ευθύνονται για το αδιέξοδο — λες και η ευθύνη για τα αδιόρθωτα προβλήματα ανήκει στους ίδιους τους αγρότες και όχι στις πολιτικές που τους οδήγησαν εδώ.

Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει την εικόνα μιας Ελλάδας που πρωτοπορεί, που ψηφιοποιεί τα πάντα, που σχεδιάζει «βιώσιμο μέλλον». Όμως, βιώσιμο μέλλον χωρίς αξιοπρεπές εισόδημα, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις απέναντι στις απώλειες και χωρίς πραγματικές μειώσεις στο κόστος παραγωγής δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι μια πολιτική που ζητά από τους αγρότες «υπομονή» και «κατανόηση», ενώ την ίδια στιγμή τους εγκαλεί για «ανεδαφικά αιτήματα».

Οι αγρότες, όμως, δεν ζητούν πολυτέλειες: ζητούν να μπορούν να καλλιεργούν, να παράγουν, να ζουν από τη δουλειά τους. Και όσο η κυβέρνηση συνεχίζει να απαντά με ημίμετρα, με εφαρμογές αντί για ουσιαστικές μειώσεις, με τιμές ρεύματος που παρουσιάζονται ως «δώρο» ενώ παραμένουν υψηλές, και με την επωδό «δεν μας δίνει η ΕΕ», η κρίση εμπιστοσύνης θα βαθαίνει. Γιατί η πραγματική στήριξη δεν μετριέται σε συνεντεύξεις Τύπου και γραφήματα — μετριέται στο αν οι αγρότες μπορούν να αντέξουν μια ακόμη χρονιά. Και με τις σημερινές αποφάσεις, το μήνυμα που λαμβάνουν είναι ξεκάθαρο: να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, ενώ η κυβέρνηση δηλώνει ότι… τα κάνει όλα σωστά.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

2 Σχόλια

  1. ΑΦΟΥ ΔΕ ΣΑΣ ΔΙΝΕΙ Η ΕΕ, ΝΑ ΕΝΩΘΕΙΤΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

  2. Έλα αμολήστε τους πραιτωριανους να συλλάβουν όλους τους ταραχοποιούς υπήκοους σας που έχουν το θράσος να ζητούν ψωμί . Παντεσπάνι δεν έχουν ;
    Και το χειρότερο , πως τολμούν τα βλαχαδερα αφεντικά να αμφιβάλλουν για τις καλές προθέσεις του υπαλλήλου τους !

Leave a Response