Το χρονικό ενός από τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης και η δικαστική απόφαση που ανοίγει νέο κεφάλαιο στην υπόθεση.
Δεκάδες στόχοι, ένα λογισμικό κατασκοπείας και ένα δίκτυο παρακολουθήσεων που απλώθηκε σε πολιτικούς, δημοσιογράφους και ανώτατους αξιωματούχους. Η υπόθεση των υποκλοπών δεν ήταν απλώς ένα τεχνολογικό επεισόδιο. Ήταν μια υπόθεση που έφτασε μέχρι τα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας και κατέληξε σε ιστορική δικαστική απόφαση.
Για πρώτη φορά ελληνικό δικαστήριο αναγνώρισε ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator συνδέθηκε με ένα οργανωμένο σύστημα παρακολουθήσεων που έδρασε στη χώρα.
Το Voice News παρουσιάζει το χρονικό της υπόθεσης που εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης.
Η Πρώτη Πράξη: Η ΕΥΠ στο Μαξίμου
Η ιστορία ενός από τα μεγαλύτερα πολιτικά σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης δεν ξεκινά με ένα μολυσμένο SMS, αλλά με μια θεσμική απόφαση. Στις 8 Ιουλίου 2019, λίγες μόλις ώρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, αποφασίστηκε η υπαγωγή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών απευθείας στο γραφείο του Πρωθυπουργού.

Η νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη λίγες ώρες μετά την ανάληψη της εξουσίας νομοθετεί και μεταφέρει την ΕΥΠ στο πρωθυπουργικό γραφείο με επικεφαλής τον Γρηγόρη Δημητριάδη.
Η κίνηση παρουσιάστηκε τότε ως οργανωτικός εκσυγχρονισμός. Στην πράξη όμως αποδυνάμωσε τα θεσμικά φίλτρα που διαχώριζαν τη λειτουργία της κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών από τον στενό πυρήνα της πολιτικής εξουσίας.
Λίγο αργότερα, ο διορισμός του Παναγιώτη Κοντολέοντος στη διοίκηση της ΕΥΠ προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση. Για να καταστεί δυνατός ο διορισμός του, απαιτήθηκε τροποποίηση της νομοθεσίας σχετικά με τα τυπικά προσόντα του διοικητή της υπηρεσίας.

Τροπολογία με την οποία τροποποιούνται τα τυπικά προσόντα για τη θέση του διοικητή της ΕΥΠ, επιτρέποντας τον διορισμό του Παναγιώτη Κοντολέοντος, ο οποίος μέχρι τότε δεν πληρούσε τα προβλεπόμενα κριτήρια.
Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε την πρώτη ένδειξη ότι το νέο μοντέλο λειτουργίας της ΕΥΠ διαφοροποιούνταν από τις προηγούμενες πρακτικές. Η πολιτική εποπτεία της υπηρεσίας ασκούνταν πλέον από το πρωθυπουργικό περιβάλλον, με κεντρικό ρόλο στον συντονισμό να έχει ο τότε Γενικός Γραμματέας του Πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης.
Η θεσμική αυτή αλλαγή θα αποδεικνυόταν λίγους μήνες αργότερα καθοριστική. Το Voice News επιχειρεί να ακολουθήσει τα ίχνη αυτής της πρωτοφανούς υπόθεσης παρακολουθήσεων, εξετάζοντας τα γεγονότα, τις αποφάσεις και τα πρόσωπα που εμφανίζονται να συνδέονται με το σύστημα παρακολούθησης στόχων που αποκαλύφθηκε και πρόσφατα κρίθηκε από τη Δικαιοσύνη με μια απόφαση που ανοίγει νέο κεφάλαιο στην υπόθεση.
Το Χρονικό της Πρώτης Ρωγμής
Για ένα διάστημα το νέο μοντέλο λειτουργίας της ΕΥΠ παρέμεινε μακριά από τη δημόσια προσοχή. Όμως η πρώτη μεγάλη ρωγμή εμφανίστηκε όταν το όνομα ενός δημοσιογράφου βρέθηκε στο επίκεντρο των αποκαλύψεων.
Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης έγινε η πρώτη περίπτωση στην Ελλάδα όπου διαπιστώθηκε μια ιδιότυπη αλληλουχία παρακολούθησης. Σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν στο φως μέσω δημοσιογραφικών ερευνών και τεχνικών αναλύσεων, ο ίδιος φέρεται να αποτέλεσε στόχο τόσο νόμιμης επισύνδεσης από την ΕΥΠ όσο και επίθεσης από το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator.
Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε την πρώτη ένδειξη ότι δύο διαφορετικά εργαλεία παρακολούθησης λειτουργούσαν παράλληλα.
Το διπλό σύστημα παρακολούθησης: Επισύνδεση της ΕΥΠ και επίθεση με Predator
Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αποκάλυψης, πρέπει να εξεταστεί πώς λειτουργεί η κλασική παρακολούθηση τηλεφωνικών επικοινωνιών.
Η λεγόμενη νόμιμη επισύνδεση πραγματοποιείται μέσω των παρόχων τηλεφωνίας. Με αυτόν τον τρόπο η υπηρεσία πληροφοριών μπορεί να έχει πρόσβαση σε τηλεφωνικές κλήσεις, SMS και μεταδεδομένα επικοινωνίας.
Ωστόσο η τεχνολογική εξέλιξη των τελευταίων ετών έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό εμπόδιο σε αυτή τη μορφή παρακολούθησης. Οι περισσότερες επικοινωνίες πλέον πραγματοποιούνται μέσω εφαρμογών κρυπτογραφημένης επικοινωνίας, όπως το Signal, το WhatsApp ή το Viber.
Σε αυτές τις περιπτώσεις η υπηρεσία μπορεί να καταγράφει μόνο την ύπαρξη επικοινωνίας, όχι όμως το περιεχόμενό της.
Αυτό ακριβώς το τεχνολογικό κενό έρχεται να καλύψει ένα κατασκοπευτικό λογισμικό όπως το Predator.
Σε αντίθεση με την κλασική επισύνδεση, το Predator δεν παρακολουθεί απλώς τη γραμμή επικοινωνίας. Εισχωρεί στην ίδια τη συσκευή του στόχου.
Αν ο χρήστης πατήσει το μολυσμένο σύνδεσμο, το κινητό τηλέφωνο μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο πλήρους παρακολούθησης.
Το λογισμικό μπορεί να:
• αποκτήσει πρόσβαση στα μηνύματα των εφαρμογών πριν ή μετά την κρυπτογράφηση
• αντιγράψει αρχεία, φωτογραφίες και έγγραφα από τη συσκευή
• ενεργοποιήσει μικρόφωνο ή κάμερα χωρίς να το αντιληφθεί ο χρήστης
Με αυτόν τον τρόπο η παρακολούθηση δεν περιορίζεται πλέον στις τηλεφωνικές επικοινωνίες, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της ψηφιακής ζωής του στόχου.
Η «Σύμπτωση» των Στόχων
Η περίπτωση Κουκάκη δεν ήταν η μοναδική. Με την πάροδο του χρόνου δημοσιογραφικές έρευνες και στοιχεία που ήρθαν στο φως από θεσμικούς ελέγχους κατέδειξαν ότι σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων παρατηρήθηκε μια παράλληλη στοχοποίηση.
Δηλαδή άτομα που βρίσκονταν σε νόμιμη επισύνδεση από την ΕΥΠ φέρεται να δέχθηκαν ταυτόχρονα ή σε κοντινό χρονικό διάστημα απόπειρες μόλυνσης με το Predator.
Στην ταύτιση των στόχων μεταξύ ΕΥΠ και Predator αναφέρθηκε και ο εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης.
Όπως ανέφερε, περίπου το 30% των προσώπων που είχαν τεθεί σε νόμιμη επισύνδεση από την ΕΥΠ εμφανίζονται να αποτέλεσαν στόχο και του λογισμικού Predator.
Η διαπίστωση αυτή ενίσχυσε τα ερωτήματα για το εάν επρόκειτο για μεμονωμένες συμπτώσεις ή για ένα επιχειρησιακό μοντέλο παρακολούθησης.
Το μοντέλο που προέκυπτε από τα στοιχεία θύμιζε μια «μέθοδο τσιμπίδας». Η κλασική επισύνδεση μπορούσε να χαρτογραφήσει το δίκτυο επικοινωνιών ενός προσώπου, ενώ το κατασκοπευτικό λογισμικό μπορούσε να αποκαλύψει το
πραγματικό περιεχόμενο αυτών των επικοινωνιών.
Η περίπτωση Κουκάκη
Ο Θανάσης Κουκάκης ήταν ο πρώτος που κατάφερε να εντοπίσει τεχνικά την επίθεση που δέχθηκε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί:
•τον Ιούνιο του 2020 ξεκίνησε η νόμιμη επισύνδεση της ΕΥΠ στο τηλέφωνό του
• τον Αύγουστο του 2020 ο ίδιος κατέθεσε καταγγελία στην ΑΔΑΕ
• λίγο αργότερα η επισύνδεση διακόπηκε
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τεχνική ανάλυση του Citizen Lab, επιχειρήθηκε μόλυνση της συσκευής του με το λογισμικό Predator.
Η υπόθεση προκάλεσε έντονη θεσμική και πολιτική συζήτηση. Τον Μάρτιο του 2021 ψηφίστηκε νομοθετική διάταξη που περιόρισε τη δυνατότητα ενημέρωσης των πολιτών από την ΑΔΑΕ για το αν είχαν τεθεί στο παρελθόν υπό παρακολούθηση.
Η Στρατηγική Επιλογή Στόχων
Οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν έδειξαν ότι οι στόχοι των παρακολουθήσεων δεν περιορίζονταν σε έναν συγκεκριμένο χώρο.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που φέρονται να βρέθηκαν στο επίκεντρο των παρακολουθήσεων περιλαμβάνονται πολιτικοί αρχηγοί, μέλη της κυβέρνησης, δημοσιογράφοι και στρατιωτικοί αξιωματούχοι.
Η περίπτωση του Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος ήταν υποψήφιος για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ όταν εντοπίστηκε η απόπειρα παρακολούθησής του μέσω Predator, αποτέλεσε μία από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις.
Μεταξύ των ονομάτων που εμφανίζονται σε λίστες πιθανών στόχων περιλαμβάνονται και πρωτοκλασάτα κυβερνητικά στελέχη.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως εκείνη του τότε Αρχηγού ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνου Φλώρου, τα ερωτήματα συνδέθηκαν με τη σημασία των πληροφοριών που διαχειρίζονται οι ανώτατοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι, ιδιαίτερα σε περιόδους σημαντικών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Αυτό ακριβώς είναι που μετατρέπει την υπόθεση από ένα τεχνικό σκάνδαλο παρακολούθησης σε μείζον πολιτικό ζήτημα.
Ένα αναπάντητο ερώτημα
Όποια εκδοχή κι αν υιοθετήσει κανείς για το τι ακριβώς συνέβη, ένα βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι ένα τόσο εκτεταμένο σύστημα παρακολουθήσεων μπορούσε να λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να γίνει αντιληπτό από τους θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου.
Όταν στους πιθανούς στόχους περιλαμβάνονται πολιτικοί αρχηγοί, υπουργοί, στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι και επιχειρηματίες, το ερώτημα μετατοπίζεται αναπόφευκτα από το τεχνικό στο πολιτικό επίπεδο.
Ενδεικτικά ονόματα από τη λεγόμενη «λίστα Μενουδάκου», η οποία σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί περιλαμβάνει 115 πιθανούς στόχους παρακολούθησης.
Κωστής Χατζηδάκης, Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Νίκος Δένδιας, Υπουργός Εξωτερικών
Άδωνις Γεωργιάδης, Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων
Μάκης Βορίδης, Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, Υπουργός Προστασίας του Πολίτη
Γιώργος Γεραπετρίτης, Υπουργός Επικρατείας
Νίκος Χαρδαλιάς, Υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας και Διαχείρισης Κρίσεων
Βασίλης Κικίλιας, Υπουργός Υγείας
Χρήστος Σταϊκούρας, Υπουργός Οικονομικών
Νίκη Κεραμέως, Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων
Νίκος Παπαθανάσης, Αναπληρωτής Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων
Άκης Σκέρτσος, Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ
Ποιος είχε συμφέρον να γνωρίζει τα πάντα για όλους;
Και κυρίως: ποιος είχε τη δυνατότητα να το κάνει;
Και όπως ανέφερε και ο δικαστής της υπόθεσης των υποκλοπών, κ. Νίκος Ασκιανάκης:
«Κύριοι, μην υποτιμάτε τη νοημοσύνη μας».
Η Ιστορική Δικαστική Απόφαση
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο των αποκαλύψεων και της πολιτικής αντιπαράθεσης. Κατέληξε και σε δικαστική κρίση, με μια απόφαση που χαρακτηρίζεται ήδη ως ιστορική για τα ελληνικά δεδομένα.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχα πρόσωπα που σύμφωνα με τη δικαστική κρίση συνδέθηκαν με τη λειτουργία του δικτύου παρακολούθησης, επιβάλλοντας συνολικές ποινές που φτάνουν τα 126 έτη φυλάκισης. Η απόφαση αυτή αποτελεί την πρώτη δικαστική αναγνώριση ότι πίσω από το λογισμικό Predator υπήρξε ένα οργανωμένο σύστημα παρακολουθήσεων που λειτούργησε στην Ελλάδα.
Παρότι η δικαστική διαδικασία δεν απάντησε σε όλα τα ερωτήματα της υπόθεσης, άνοιξε έναν νέο κύκλο συζήτησης για τις ευθύνες και τις πραγματικές διαστάσεις του μηχανισμού παρακολούθησης.
Στο επόμενο μέρος
Στο δεύτερο μέρος της έρευνας θα παρουσιαστούν τα πρόσωπα και το επιχειρηματικό πλέγμα που συνδέθηκε με τη λειτουργία του λογισμικού Predator στην Ελλάδα. Ποιοι είναι οι καταδικασθέντες Άλαν Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιος και Γιάννης Λαβράνος και ποιος ήταν ο ρόλος τους στο δίκτυο που αναπτύχθηκε γύρω από το Predator.
Οι σχέσεις μεταξύ εταιρειών, οι διαδρομές επιρροής και τα ερωτήματα που προκύπτουν για το αν υπήρξε συγκάλυψη της υπόθεσης.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν τελειώνει εδώ.
Στην πραγματικότητα, μετά την ιστορική δικαστική απόφαση, τώρα μόλις αρχίζει.
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, καθώς και σε στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία της δίκης, συμπεριλαμβανομένων καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.
Πηγή: voicenews.gr






