Η Τουρκία δεν κινείται πια απλώς αναθεωρητικά. Κινείται συστημικά, οργανωμένα και επικίνδυνα, χτίζοντας βήμα-βήμα έναν νέο άξονα ισχύος που απειλεί να ανατρέψει τις γεωπολιτικές ισορροπίες από τη Μέση Ανατολή έως την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Πίσω από τις παγκόσμιες κρίσεις που μονοπωλούν τη διεθνή προσοχή, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εργάζεται αθόρυβα για κάτι πολύ μεγαλύτερο: τη θεμελίωση ενός άτυπου αλλά εξαιρετικά επικίνδυνου «Ισλαμικού ΝΑΤΟ».
Στο επίκεντρο αυτού του σχεδίου βρίσκεται η προσπάθεια ένταξης της Τουρκίας σε έναν υπό διαμόρφωση αμυντικό άξονα με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν. Πρόκειται για μια συμμαχία που δεν περιορίζεται σε πολιτικές δηλώσεις ή διπλωματικές χειραψίες, αλλά φέρει ξεκάθαρα χαρακτηριστικά συλλογικής στρατιωτικής άμυνας, με ρήτρες που θυμίζουν ευθέως το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Η συμφωνία Ριάντ–Ισλαμαμπάντ, που υπεγράφη το 2025, εισάγει τη λογική της αυτόματης στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης. Το στοιχείο που προκαλεί πραγματικό συναγερμό στη Δύση είναι ότι στο στρατηγικό βάθος της συμφωνίας υπάρχει το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν, το οποίο δυνητικά μπορεί να λειτουργήσει ως αποτρεπτική «ομπρέλα» για τη Σαουδική Αραβία — και κατ’ επέκταση για όποιον ενταχθεί σε αυτή τη δομή.
Η πιθανή είσοδος της Τουρκίας σε αυτό το πλαίσιο δεν θα είναι απλώς μια διπλωματική μετατόπιση. Θα σηματοδοτήσει μια ριζική αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού, με την Άγκυρα να αποκτά ρόλο-κλειδί σε έναν άξονα που συνδυάζει πυρηνική ισχύ, τεράστιους οικονομικούς πόρους και μια ολοένα πιο επιθετική στρατιωτική βιομηχανία.
Η Τουρκία δεν είναι απλός παρατηρητής. Έχει ήδη αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να εμπλακεί ενεργά σε πολεμικές συγκρούσεις εκτός της άμεσης γεωγραφικής της σφαίρας. Η ανοιχτή και έμπρακτη στήριξή της προς το Πακιστάν στη σύγκρουση με την Ινδία στο Κασμίρ — με αποστολή εκατοντάδων drones και εξειδικευμένου προσωπικού — κατέδειξε ότι η Άγκυρα λειτουργεί πλέον ως εξαγωγέας πολεμικής ισχύος.
Η στρατιωτική σύμπλευση Τουρκίας–Πακιστάν έχει αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά: από ναυπηγήσεις πολεμικών πλοίων και εκσυγχρονισμό μαχητικών αεροσκαφών έως κοινές γραμμές παραγωγής drones και πυρομαχικών. Δεν πρόκειται για συγκυριακή συνεργασία, αλλά για μακροπρόθεσμη στρατηγική σύζευξη, με σαφές ιδεολογικό και γεωπολιτικό υπόβαθρο.
Αν αυτός ο άξονας αποκτήσει επίσημη μορφή με τη συμμετοχή της Τουρκίας, οι συνέπειες θα είναι εκρηκτικές. Η Ανατολική Μεσόγειος και το Αιγαίο κινδυνεύουν να μετατραπούν σε προέκταση ενός ευρύτερου ισλαμικού γεωστρατηγικού τόξου, με την Άγκυρα να αισθάνεται θωρακισμένη πολιτικά, στρατιωτικά και —κυρίως— ψυχολογικά.
Για πρώτη φορά, η Τουρκία θα μπορεί να υπολογίζει ότι πίσω της δεν βρίσκεται απλώς το ΝΑΤΟ, αλλά ένας παράλληλος μηχανισμός ισχύος, ανεξέλεγκτος από τη Δύση, με διαφορετικές κόκκινες γραμμές και πολύ χαμηλότερο κατώφλι κλιμάκωσης.
Για την Ελλάδα, το σενάριο αυτό συνιστά υπαρξιακή απειλή. Μια Τουρκία που αισθάνεται προστατευμένη από έναν ισλαμικό αμυντικό άξονα και ενισχυμένη από πυρηνική αποτροπή τρίτων, θα είναι πολύ πιο επιθετική σε Αιγαίο και Κύπρο. Η πιθανότητα θερμού επεισοδίου, υβριδικής σύγκρουσης ή στρατιωτικού εκβιασμού αυξάνεται δραματικά.
Η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής. Η ανάγκη σύσφιξης των δεσμών με το Ισραήλ, την Ινδία και τη Σαουδική Αραβία δεν είναι πια επιλογή, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα. Η δημιουργία μόνιμων αεροναυτικών δομών, η ενοποίηση συστημάτων αεράμυνας και η παρουσία ισχυρών συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν τη μόνη αξιόπιστη απάντηση σε μια Τουρκία που δείχνει έτοιμη να φτάσει πολύ πιο μακριά απ’ ό,τι μέχρι σήμερα θεωρούταν πιθανό.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία αλλάζει ρόλο. Το ερώτημα είναι πόσο αργά αντιλαμβάνεται η Δύση —και κυρίως η Ευρώπη— το μέγεθος της απειλής.





