Ζακ Ιβ Κουστώ: Ο Γάλλος «Οδυσσέας» που μας σύστησε το απέραντο γαλάζιο

Κοινοποίηση:
KLOUSTO

Ο Ζακ Ιβ Κουστώ, ο Γάλλος «Οδυσσέας» με το σκαμμένο από την αλμύρα πρόσωπο, το χαρακτηριστικό κόκκινο σκουφάκι και τον χρυσό σκελετό των γυαλιών του, υπήρξε ο άνθρωπος που μας σύστησε τον υποβρύχιο κόσμο και το απέραντο γαλάζιο. Όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος, αν και ο άνθρωπος από τη γέννησή του παλεύει με το βάρος της βαρύτητας, τη στιγμή που βουτά στο νερό κερδίζει την ελευθερία του.

Γεννημένος στις 11 Ιουνίου 1910 στο Σεν-Αντρέ-ντε-Κιμπζάκ κοντά στο Μπορντό, ο Κουστώ ήταν ένα φιλάσθενο παιδί. Οι γιατροί προέτρεψαν τους γονείς του να τον ενθαρρύνουν να κολυμπά, μια συμβουλή που αποδείχθηκε καθοριστική. Σε ηλικία τεσσάρων ετών έκανε την πρώτη του βουτιά και έκτοτε η θάλασσα έγινε η «Σειρήνα» της ζωής του. Αν και έζησε για ένα διάστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω της δουλειάς του δικηγόρου πατέρα του —όπου έμαθε άριστα αγγλικά και ανέπτυξε πάθος με τις μηχανές— το αρχικό του όνειρο να γίνει πιλότος της Γαλλικής Ναυτικής Αεροπορίας ανατράπηκε μετά από ένα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα. Σπάζοντας και τα δύο του χέρια, βρήκε παρηγοριά και θεραπεία στο νερό, ανακαλύπτοντας το πραγματικό του πάθος.

Η παιδική του περιέργεια τον μετέτρεψε σε έναν σπουδαίο εφευρέτη που άλλαξε την ιστορία των καταδύσεων. Το 1939 σχεδίασε την πρώτη του μάσκα εμπνευσμένος από τους αλιείς μαργαριταριών, αργότερα δημιούργησε μια στολή που κρατούσε ζεστό το σώμα του δύτη, καθώς και μια αδιάβροχη θήκη για κάμερα. Η σημαντικότερη εφεύρεσή του ήρθε το 1943, όταν μαζί με τον μηχανικό Εμίλ Γκανιάν ανέπτυξαν το Aqua-Lung, το αυτόνομο σύστημα υποβρύχιας αναπνοής που απελευθέρωσε τους δύτες από τους σωλήνες της επιφάνειας και έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη αυτόνομη κατάδυση.

Το 1950, ο Κουστώ μετέτρεψε ένα παλιό ναρκαλιευτικό πλοίο στο θρυλικό ωκεανογραφικό εργαστήριο «Καλυψώ». Μαζί πραγματοποίησαν μερικές από τις σπουδαιότερες υποβρύχιες αποστολές του 20ού αιώνα. Το 1952, ανοιχτά της Μασσαλίας, το πλήρωμά του εντόπισε ένα αρχαίο ελληνιστικό ναυάγιο ηλικίας 2.200 ετών, ανασύροντας χιλιάδες αμφορείς και κεραμικά αντικείμενα. Σε άρθρο του στο National Geographic το 1954, ο Κουστώ περιέγραψε πώς δοκίμασαν κρασί από έναν σφραγισμένο αμφορέα, σχολιάζοντας χιουμοριστικά ότι ο χρόνος δεν του είχε φερθεί ευγενικά. Ο αρχηγός των δυτών, Άλμπερτ Φάλκο, θυμάται στα απομνημονεύματά του ότι ο Κουστώ ήπιε στωικά το παχύρρευστο σκούρο σιρόπι, επαινώντας το σαν να ήταν αμβροσία. Η ίδια η «Καλυψώ» είχε άδοξο τέλος, καθώς βυθίστηκε το 1996 στο λιμάνι της Σιγκαπούρης μετά από σύγκρουση με φορτηγίδα, αν και ανελκύστηκε λίγες ημέρες μετά.

Θέλοντας να μοιραστεί τα μυστικά του βυθού, ο Κουστώ εξέδωσε το 1953 το βιβλίο «Ο Σιωπηλός Κόσμος», το οποίο πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα. Δύο χρόνια αργότερα, το μετέτρεψε σε ντοκιμαντέρ, αποσπώντας τον «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάννες το 1956. Η συνέχεια της καριέρας του σημαδεύτηκε από εκατοντάδες παραγωγές, τηλεοπτικά βραβεία Emmy και τρία βραβεία Oscar.

Πίσω από τη λάμψη, ωστόσο, κρύβονταν προσωπικές τραγωδίες. Παντρεμένος από το 1937 με τη Σιμόν Μελχιόρ —την «αληθινή κυρία της Καλυψούς»— απέκτησε δύο γιους, τον Ζαν Μισέλ και τον Φιλίπ. Ο Φιλίπ, ο οποίος προοριζόταν για διάδοχός του, σκοτώθηκε το 1979 σε αεροπορικό δυστύχημα στην Πορτογαλία σε ηλικία 38 ετών, ένα πλήγμα που ο Κουστώ δεν ξεπέρασε ποτέ. Έντεκα χρόνια μετά έχασε και τη σύζυγό του. Παρά τις απώλειες, ξαναπαντρεύτηκε, απέκτησε άλλα δύο παιδιά και συνέχισε να εργάζεται ακούραστα μέχρι τις 25 Ιουνίου 1997, όταν άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι σε ηλικία 87 ετών, προδομένος από την καρδιά του, έχοντας ολοκληρώσει ένα μοναδικό ταξίδι ζωής στις θάλασσες του κόσμου.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: