Η βίαιη έκρηξη του υποθαλάσσιου ηφαιστείου Hunga Tonga-Hunga Ha’apai στον Νότιο Ειρηνικό, τον Ιανουάριο του 2022, αποτέλεσε μία από τις ισχυρότερες ηφαιστειακές εκρήξεις της σύγχρονης ιστορίας, εκτοξεύοντας ένα γιγάντιο σύννεφο τέφρας, υδρατμών και αερίων σε ύψος σχεδόν 65 χιλιομέτρων πάνω από τη Γη, με ισχύ εκατοντάδες φορές μεγαλύτερη από την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Ωστόσο, μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications αποκαλύπτει ότι το ηφαίστειο προχώρησε σε μια εντελώς αναπάντεχη ενέργεια, καθώς άρχισε να εξουδετερώνει ένα μέρος της ίδιας του της ρύπανσης, υποδεικνύοντας ένα πιθανό νέο όπλο στη μάχη κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Αναλύοντας εξελιγμένα δορυφορικά δεδομένα, οι επιστήμονες εντόπισαν ένα τεράστιο σύννεφο φορμαλδεΰδης εκεί που κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Όπως εξηγεί ο φυσικός και συν-συγγραφέας της μελέτης, Maarten van Herpen, η φορμαλδεΰδη σχηματίζεται συνήθως όταν το μεθάνιο καταστρέφεται στην ατμόσφαιρα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, ενώ η έκρηξη απελευθέρωσε αρχικά περίπου 330.000 τόνους μεθανίου, στη συνέχεια ενεργοποίησε έναν μηχανισμό που κατέστρεφε περίπου 900 τόνους από αυτό ημερησίως. Η διαδικασία αυτή θεωρείται παρόμοια με τη χημική αντίδραση που συμβαίνει πάνω από τον Ατλαντικό Ωκεανό όταν η σκόνη της Σαχάρας αναμειγνύεται με το θαλασσινό αλάτι, σχηματίζοντας μικροσκοπικά σωματίδια σιδήρου. Στην περίπτωση της Τόνγκα, η έκρηξη εκτόξευσε στη στρατόσφαιρα τεράστιες ποσότητες αλμυρού υδρατμού μαζί με ηφαιστειακή τέφρα και, όταν το ηλιακό φως χτύπησε αυτό το μείγμα, σχηματίστηκαν άτομα χλωρίου, τα οποία αντέδρασαν με το μεθάνιο, διασπώντας το και παράγοντας φορμαλδεΰδη. Το δορυφορικό σύστημα παρακολούθησε το σύννεφο για δέκα ημέρες και, δεδομένου ότι η φορμαλδεΰδη επιβιώνει στην ατμόσφαιρα μόνο για λίγες ώρες, η διαρκής παρουσία της απέδειξε ότι η καταστροφή του μεθανίου γινόταν συνεχώς για περισσότερο από μία εβδομάδα.
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς το μεθάνιο είναι ένας «κρυφός» εχθρός του κλίματος, περίπου 80 φορές πιο ισχυρός από το διοξείδιο του άνθρακα στην παγίδευση της θερμότητας σε ορίζοντα 20ετίας, και ευθύνεται για το ένα τρίτο της παγκόσμιας θέρμανσης. Αν και η μείωση του διοξειδίου του άνθρακα παραμένει ο πρωταρχικός στόχος, η καταπολέμηση του μεθανίου θεωρείται μια πιο άμεση λύση λόγω του σύντομου κύκλου ζωής του στην ατμόσφαιρα, γεγονός που σημαίνει ότι η γρήγορη μείωσή του θα μπορούσε να έχει άμεσο και θετικό αντίκτυπο στον περιορισμό της ανόδου της θερμοκρασίας βραχυπρόθεσμα.
Η ανακάλυψη αυτή ανοίγει θεωρητικά τον δρόμο για μεθόδους γεωμηχανικής, δηλαδή τεχνητής παρέμβασης στο κλίμα, μέσω της εισαγωγής σωματιδίων σιδήρου στην ατμόσφαιρα πάνω από τους ωκεανούς, ώστε να μιμηθεί το φαινόμενο της έκρηξης και να απομακρύνει το μεθάνιο από την πηγή του. Ωστόσο, άλλοι ειδικοί της ατμοσφαιρικής χημείας εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις και έντονο σκεπτικισμό, με τον Pete Edwards από το Πανεπιστήμιο του York να επισημαίνει ότι η μελέτη αφορά τη στρατόσφαιρα, ενώ μια ανθρώπινη παρέμβαση θα γινόταν στην τροπόσφαιρα, με απρόβλεπτες και πιθανώς επικίνδυνες συνέπειες για την αέρια ρύπανση και τα οικοσυστήματα. Παράλληλα, η Emily Dowd από το Πανεπιστήμιο του Leeds τονίζει ότι η προτεινόμενη χημική διαδικασία πρέπει πρώτα να δοκιμαστεί εξαντλητικά σε ατμοσφαιρικά μοντέλα, ενώ ο Matthew Johnson, καθηγητής Χημείας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, καταλήγει ότι, αν και είναι μια προφανής ιδέα για τη βιομηχανία να προσπαθήσει να αναπαράγει αυτό το φυσικό φαινόμενο, αυτό θα πρέπει να συμβεί μόνο εάν αποδειχθεί απολύτως ασφαλές και αποτελεσματικό.






