Η κοινή επιχείρηση ΗΠΑ και Ισραήλ που οδήγησε στον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική απόφαση, αλλά το αποτέλεσμα μιας συστηματικής και πολυήμερης εκστρατείας πίεσης (lobbying) από τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το παρασκήνιο των διαβουλεύσεων, και τις οποίες επικαλείται η Washington Post το Ριάντ, δρώντας σε μια σπάνια ευθυγράμμιση με το Ισραήλ, πίεσε επί εβδομάδες την κυβέρνηση Τραμπ να αναλάβει δράση. Η Σαουδική Αραβία φαίνεται πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να πειστούν οι ΗΠΑ ότι η ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας είναι η μόνη οδός για την «ειρήνη στην περιοχή», εκμεταλλευόμενη το τέλμα στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Η εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας κατέστησε την επιχείρηση μια περιφερειακή προσπάθεια αποδυνάμωσης του Ιράν. Η σημασία αυτού του ρόλου επιβεβαιώθηκε από την άμεση αντίδραση της Τεχεράνης: Στην πρώτη του αντεπίθεση, το Ιράν στόχευσε με πυραύλους το σαουδαραβικό έδαφος, θεωρώντας το Βασίλειο συνυπεύθυνο για το πλήγμα στην καρδιά της ιρανικής πρωτεύουσας. Παρόλο που το Ριάντ ανακοίνωσε επιτυχείς αναχαιτίσεις, η κίνηση αυτή αναδεικνύει ότι η Σαουδική Αραβία βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της σύγκρουσης.
Ο Πρόεδρος Τραμπ, επιβεβαιώνοντας την έναρξη «μεγάλων πολεμικών επιχειρήσεων», ευχαρίστησε εμμέσως τους συμμάχους του στην περιοχή, τονίζοντας ότι οι βομβαρδισμοί θα συνεχιστούν μέχρι να διασφαλιστεί η σταθερότητα που ζητούσαν επίμονα οι εταίροι των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη και το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης ορκίστηκαν εκδίκηση, στρέφοντας τα βέλη τους όχι μόνο κατά των «εκτελεστών» (ΗΠΑ-Ισραήλ), αλλά και κατά των «υποκινητών», φωτογραφίζοντας την ενεργή συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας στον σχεδιασμό της επίθεσης.






Θα πρεπει το ΙΡΑΝ να καταστρεψει τις εγκαταστασεις πετρελαιου της Σ.Αραβιας.