Το μεσσηνιακό διαιτολόγιο στην αρχαιότητα

Κοινοποίηση:
ancient-greek-food

Η Μεσσηνία, τοποθετημένη στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, αποτελεί μια περιοχή ιδιαίτερα ευνοημένη από τη φύση. Οι εύφορες κοιλάδες γύρω από τον πλούσιο σε νερά και ψάρια ποταμό Πάμισο, καθώς και η περιοχή της Βαλύρας με τους παραποτάμους που διασχίζουν το Στενυκληρικό πεδίο, σε συνδυασμό με το ήπιο μεσογειακό κλίμα, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός τόπου με μεγάλη ποικιλία χερσαίων και υδρόβιων ζώων και με έντονη αγροτική παραγωγή. Κυρίαρχη θέση σε αυτή την παραγωγή κατέχει το ελαιόλαδο, ενώ σημαντική παρουσία έχουν επίσης οι αμπελώνες και οι οπωρώνες που μέχρι σήμερα χαρακτηρίζουν τις πεδιάδες της περιοχής.

Το Στενυκλαρικό πεδίο αντιστοιχεί στη σημερινή πεδιάδα του Μελιγαλά, ενώ το νότιο τμήμα της μεσσηνιακής πεδιάδας αναφερόταν στην αρχαιότητα ως Μακαρία πεδιάδα του κάτω ρου του Πάμισου. Η προέλευση της ονομασίας «Μελιγαλάς» δεν είναι γνωστή, ωστόσο η σύνδεση με το μέλι και το γάλα παραπέμπει σε σύμβολα αφθονίας και ευφορίας της γης. Η αγροτική και φυσική ευημερία της περιοχής αντικατοπτρίζεται και σε αρχαίες πηγές, όπως στο έργο του Παυσανία, όπου αναφέρονται ζώα, φυτά και προϊόντα που συνδέονται με τη μεσσηνιακή ιστορία και τοπογραφία. Στοιχεία για την παραγωγή και εμπορία οίνου κατά τη βενετοκρατία προκύπτουν επίσης από καταγραφές του Zacharia Bembo.

Αρχαιολογικά ευρήματα αποκαλύπτουν τον πλούτο της διατροφής και της παραγωγής της περιοχής ήδη από την ελληνιστική εποχή. Σε ιερό της αρχαίας Μεσσήνης βρέθηκαν απανθρακωμένοι σπόροι από σταφύλια, ελιές, κουκουνάρια, αμύγδαλα και κάστανα, ενώ παρόμοια ευρήματα εντοπίστηκαν σε ταφές νηπίων του 2ου αιώνα μ.Χ. Παράλληλα, μαρτυρείται η καλλιέργεια λιναριού, κάνναβης και βύσσου, προϊόντα που ήταν διαδεδομένα και στη γειτονική Ηλεία, γνωστή για την ανεπτυγμένη μεταξουργία της. Η θάλασσα που περιβάλλει τη Μεσσηνία αποτελούσε βασική πηγή αλιευμάτων, αλλά και μέσο επικοινωνίας με άλλες περιοχές της Μεσογείου και της Αδριατικής, κυρίως μέσω των λιμανιών της Πύλου και της Κυπαρισσίας. Τα ορεινά δάση προσέφεραν ξυλεία και πλούσιο κυνήγι, όπως αγριόχοιρους, λαγούς, ελάφια και αρκούδες.

Στα λιβάδια εκτρέφονταν άλογα, βοοειδή και αιγοπρόβατα, εξασφαλίζοντας γάλα, τυρί και κρέας, ενώ η πτηνοτροφία και η μελισσοκομία αποτελούσαν συνηθισμένες δραστηριότητες των νοικοκυριών. Αρχαιοζωολογικές έρευνες έχουν αποκαλύψει στοιχεία για την εκτροφή μεγαλόσωμων βοοειδών και την ύπαρξη οστών νεαρών αλόγων και πτηνών σε ιερούς χώρους. Η παραγωγή τυριών, όπως η παραδοσιακή μεσσηνιακή σφέλα, φαίνεται να έχει βαθιές ρίζες στην αρχαιότητα. Επιπλέον, έχουν βρεθεί πολυάριθμα θραύσματα κυψελών, γεγονός που αποδεικνύει τη μακρά παράδοση της μελισσοκομίας.

Ιδιαίτερη θέση στη διατροφή κατείχε το χοιρινό κρέας, το οποίο θεωρούνταν βασική τροφή ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή, όπως αποδεικνύεται από αρχαιολογικά ευρήματα οστών ζώων. Στον ρωμαϊκό κόσμο, η κρατική διανομή τροφίμων περιλάμβανε εκτός από σιτηρά και ψωμί, λάδι, κρασί και χοιρινό κρέας. Η ύπαρξη πολλών μυλόπετρων στις ανασκαφές δείχνει ότι κάθε οικογένεια άλεθε το δικό της σιτάρι και κριθάρι για την παρασκευή ψωμιού και αλευριού. Σε περιόδους έλλειψης, η Μεσσηνία εισήγαγε σιτάρι κυρίως από την Ιταλία, όπως μαρτυρούν επιγραφές που αναφέρονται σε αγορές και διανομές σιτηρών. Παράλληλα, κάθε σπίτι διέθετε αργαλειό για την παραγωγή υφασμάτων, κάτι που επιβεβαιώνεται από τα πολυάριθμα υφαντικά βάρη που έχουν βρεθεί.

Η τοπική παραγωγή οίνου αποθηκευόταν σε εγχώριας κατασκευής αμφορείς, ενώ η εισαγωγή κρασιού από τη Ρόδο και την Κνίδο εντοπίζεται κυρίως στα πρώτα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Η αγροτική γη αποτελούσε τη βασική πηγή πλούτου και κοινωνικής ισχύος, ενώ ήδη από την αρχαιότητα η ευφορία της μεσσηνιακής γης αποτέλεσε στόχο κατακτητικών ενεργειών, όπως επιδρομές που είχαν σκοπό την αρπαγή ζωικού κεφαλαίου και αγροτικών αγαθών.

Οι εμπορικές επαφές των Μεσσήνιων εκτείνονταν έως την Αλεξάνδρεια και τη δυτική Μεσόγειο. Η Κυπαρισσία λειτουργούσε ως σημαντικός εμπορικός σταθμός, συνδέοντας τη Μεσσηνία με πόλεις όπως το Ρήγιο και η Μεσσάνα, όπου είχαν εγκατασταθεί Μεσσήνιοι μετανάστες. Στη νησίδα Πρώτη, οι διερχόμενοι ναυτικοί άφηναν χαραγμένες προσευχές για ασφαλή ταξίδια, προερχόμενοι από πόλεις της Μικράς Ασίας, της Ελλάδας και της Σικελίας. Τα νομίσματα και οι επιγραφές επιβεβαιώνουν τις εμπορικές σχέσεις με τη Μικρά Ασία, ενώ πριν από τη διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου χρησιμοποιούνταν η δίολκος για τη μεταφορά πλοίων και εμπορευμάτων δια ξηράς.

Μετά το 146 π.Χ. αυξήθηκαν σημαντικά οι εμπορικές συναλλαγές με την Αδριατική και την Ιταλία, ιδιαίτερα κατά την εποχή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, όταν εγκαταστάθηκαν στη Μεσσήνη νέοι έποικοι που επηρέασαν τη διατροφή και τις συνήθειες των κατοίκων. Η πόλη εξελίχθηκε σε ευημερούσα και κοσμοπολίτικη κοινωνία, τιμώντας πολλούς Ρωμαίους αυτοκράτορες με ανδριάντες σε δημόσιους χώρους. Μεταναστευτικά ρεύματα από την Καμπανία και άλλες περιοχές της Ιταλίας ενίσχυσαν τον πληθυσμό της πόλης, η οποία είχε αντιμετωπίσει προβλήματα μείωσης κατοίκων.

Τα εκτεταμένα τείχη της αρχαίας Μεσσήνης περικλείουν μεγάλες εκτάσεις που χρησιμοποιούνταν για γεωργία, βοσκή, υλοτομία και λατόμηση, δημιουργώντας ένα αστικό τοπίο όπου τα δημόσια κτήρια συνυπήρχαν με αγρούς, ελαιώνες και αμπελώνες, εικόνα που θυμίζει το σημερινό αρχαιολογικό πάρκο.

Η διατροφή των κατοίκων της Μεσσηνίας βασιζόταν κυρίως σε φυτικά προϊόντα, όπως φρούτα, λαχανικά, σιτηρά και καρπούς, με κύρια πηγή λίπους το ελαιόλαδο. Η κατανάλωση τυριού, ψαριού και αυγών ήταν μέτρια, ενώ το κόκκινο κρέας καταναλωνόταν σε μικρότερες ποσότητες. Το τοπικό κρασί συμπλήρωνε τη διατροφή, η οποία αντανακλά το πρότυπο της μεσογειακής διατροφής, γνωστό σήμερα για τα ευεργετικά του αποτελέσματα στην ανθρώπινη υγεία.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response