Ηταν το πιο καταζητούμενο άτομο στο Μεξικό. Ενας διαβόητος ναρκωβαρόνος που τον φώναζαν «Ελ Μέντσο». Το παρατσούκλι του προφερόταν χαμηλόφωνα ως προειδοποίηση. Το πραγματικό του όνομα ακουγόταν ψιθυριστά ως απαγόρευση. Το πρόσωπό του σκοτεινό, σχεδόν αόρατο, φάνταζε σαν εφιαλτική απειλή.
Οι φωτογραφίες του μηδαμινές. Εκτός από τις τρεις ξεθωριασμένες σε νεαρή ηλικία που αποτυπώνονταν στην προκήρυξη σύλληψής του με αμοιβή 15 εκατ. δολάρια.
Ναρκωμπίζνες $15 δισ.
Το 59χρονο αδίστακτο αφεντικό της εγκληματικής οργάνωσης της Πολιτείας Χαλίσκο κυκλωνόταν ανέκαθεν από μακάβρια σιωπή και πένθιμες σκιές. Του αρκούσαν ως κακόφημη ταυτότητα οι απάνθρωπες σφαγές που εξαπέλυε και ο παραλυτικός τρόμος που έσπερνε. Του έφτανε να επισημαίνει με θράσος την αιμοσταγή ισχύ του με το κονβόι των θωρακισμένων αυτοκίνητων και τη στρατιά των βαριά οπλισμένων ανδρών της βάναυσης σπείρας του.
Τον ικανοποιούσε να υπενθυμίζει σε ένα παράλογο σκηνικό εξουσίας ότι το τρομοκρατικό καρτέλ του αποτελούσε κυρίαρχο κράτος μέσα στο κράτος. Αποκομίζοντας το μεγαλύτερο μερτικό του ετήσιου τζίρου των περίπου 15 δισ. δολαρίων από τις μεξικάνικες ναρκωμπίζνες, ένιωθε ανέγγιχτος, περιτριγυρισμένος από τα ένοπλα παραστρατιωτικά τσιράκια του. Ξέγνοιαστος καθώς τα παράνομα απλωμένα πλοκάμια του είχαν δημιουργήσει ένα δίκτυο κρατικής διαφθοράς, εκβιασμών, πελατειακών σχέσεων που τον κρατούσε στο απυρόβλητο. Πίστευε ακράδαντα ότι οι χρηματοδοτημένες από τον ίδιο άπληστες τοπικές πολιτικές και αστυνομικές μαριονέτες τον καθιστούσαν άτρωτο.
Η συμπαιγνία όμως με τους δημόσιους αξιωματούχους -όσο κι αν κουκουλώνεται- δεν διαρκεί αιώνια. Δεν απέτρεψε τη σύλληψη ενός εκ των υπαρχηγών του, του γιου του Ρουμπέν Οσεγκέρα Γκονσάλες, γνωστού ως «Ελ Μεντσίτο», ο οποίος καταδικάστηκε στις αρχές του 2025 σε 30 χρόνια φυλάκισης με τις κατηγορίες της διακίνησης ναρκωτικών και της κατοχής πυροβόλων όπλων. Δεν παρεμπόδισε την πρόσφατη σύλληψη του Ντιέγκο Ναβάρο, του δημάρχου της πόλης Τεκίλα, στο Χαλίσκο, ο οποίος φέρεται να «λαδωνόταν» από το μαφιόζικο αφεντικό. Το βρόμικο πουλόβερ ξηλωνόταν.
Το Μεξικό των καρτέλ: Ο θάνατος του Ελ Μέντσο, το κενό τρόμου και ο διάδοχος «El Pelon»
Η εξόντωση του ίδιου σήμανε τον επίλογο της απάνθρωπης δράσης του. Δεν υπέγραψε όμως και τον επιθανάτιο ρόγχο του αποστήματος της σαρωτικής εξολοθρευτικής βίας που μολύνει τη μεξικανική κοινωνία. Το καθημερινό τοπίο τείνει να κανονικοποιήσει τη θέα της ωμής αγριότητας με τα δεκάδες πτώματα κρεμασμένα από στύλους του δημόσιου ηλεκτρισμού στη μέση των δρόμων και τα κομμένα κεφάλια παραταγμένα φρικιαστικά σε χαντάκια στις άκρες των πεζοδρομίων. Με τα αταυτοποίητα ακρωτηριασμένα σώματα σε εμπορικά κέντρα πολυσύχναστων τουριστικών προορισμών και στις υπόγειες διαβάσεις κεντρικών λεωφόρων. Με τα εγκαταλελειμμένα στη μέση του πουθενά ανοιχτά φορτηγά και κοντέινερ με τις αποτρόπαια αραδιασμένες σορούς και τους μαζικούς λάκκους με τα εκατοντάδες καταχωνιασμένα και αποσυντιθέμενα λείψανα δολοφονημένων θυμάτων.
Κλείσιμο
Το κακό, σε μια χώρα που μετρά περισσότερους από 300.000 νεκρούς και πάνω από 80.000 αγνοούμενους τα τελευταία 14 χρόνια, ο θυμός της πλειονότητας των πολιτών σκοντάφτει στην αδιαφορία εκείνης της μερίδας των διεφθαρμένων αστυνομικών, καθώς και στην ατιμωρησία των συλληφθέντων εγκληματιών από ένα κομμάτι επίορκων δικαστών. Το χειρότερο, η κοινωνική οργή έρχεται σκληρά αντιμέτωπη με τα θανατηφόρα αντίποινα που της επιφυλάσσει ο ελεεινός μισθοφορικός στρατός των μασκοφόρων με στολές παραλλαγής εκτελεστών που βρίσκεται στη δούλεψη της ζοφερής αυτοκρατορίας των ναρκέμπορων.
Ο «άρχοντας των πετεινών»
Η είδηση του θανάτου του ηγέτη του καρτέλ, επισήμως ονομαζόμενου Νεμέσιο Οσεγκέρα Θερβάντες, αλλιώς «Ελ Μέντσο» ή «άρχοντα των πετεινών» εξαιτίας της λατρείας για τις κοκορομαχίες, διαδόθηκε σε δευτερόλεπτα σε όλη τη χώρα. Είχε προηγηθεί η επιδρομή μονάδων του Στρατού και της Εθνοφρουράς στο πολυτελές φρουρούμενο συχνά με ναρκοθετημένο περίγυρο κρησφύγετό του στο δάσος της μικρής πόλης Ταπάλπα στο κεντροδυτικό Μεξικό.
Υστερα από σφοδρή ανταλλαγή πυρών τραυματίστηκε θανάσιμα και εξέπνευσε κατά τη μεταφορά του σε νοσοκομείο. Η δραστική αφαίρεσή του από τη δηλητηριώδη λίστα των πανίσχυρων ναρκωβαρόνων δεν είχε τίποτε το θρυλικό. Εικάζεται πως η αστραπιαία έφοδος των μεξικανικών διωκτικών αρχών οφειλόταν στην παρακολούθηση μιας ερωμένης του από την DEA και λοιπές αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Προφανώς πιάστηκε μοιραίο κορόιδο της κλισέ επίδειξης του «ματσίσμο» του. Της στερεοτυπικής «αρρενωπότητας» που οφείλουν να προβάλλουν οι ηλικιωμένοι κακοποιοί για να εντυπωσιάζουν τα νεότερα ρεμάλια που τους ακολουθούν τυφλά. Το γεγονός ωστόσο της γνωστοποίησης του σκοτωμού του πυροδότησε ανεξέλεγκτο ξέσπασμα βίας, χάους και πανικού. Οι φανατικοί μικρονοϊκοί συμμορίτες και οι πιστοί υπολοχαγοί του επιδόθηκαν σε ένα κύμα ταραχών προκειμένου να φανερώσουν με κραυγαλέα επιθετικότητα την ένοπλη δύναμη και την εκτεταμένη παρουσία της εγκληματικής οργάνωσής τους σε όλη τη χώρα. Οργάνωσαν συντονισμένες επιδρομές που εξαπλώθηκαν σε 20 από τις 31 μεξικανικές πολιτείες.
Στις Χαλίσκο, Ναγιαρίτ, Μιτσοακάν, Πουέμπλα και Ταμαουλίπας πυρπολήθηκαν με φαντεζί εκρήξεις αυτοκίνητα, λαμπάδιασαν από εμπρησμούς βενζινάδικα, σούπερ μάρκετ, φαρμακεία και τράπεζες. Καπνοί υψώθηκαν ασφυκτικά, δρόμοι αποκλείστηκαν με οδοφράγματα, ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα απομονώθηκαν επειγόντως από στρατιωτικά μπλόκα, αεροδρόμια και σταθμοί λεωφορείων ανέστειλαν τη λειτουργία τους, σχολεία έκλεισαν.
Το μακελειό
Στο δημοφιλές θέρετρο του Πουέρτο Βαγιάρτα, στον κόλπο της Μπαχία ντε Μπαντέρας στον Ειρηνικό, οι τουρίστες δραπέτευαν αλλόφρονες. Οι διασκεδαστικές ντόπιες ορχήστρες των Μαριάτσι παράτησαν βιολιά, τρομπέτες και κιθάρες και έτρεξαν αλαφιασμένες να κρυφτούν. Στα εστιατόρια οι Αμερικανοί συνταξιούχοι που έκαναν διακοπές εγκατέλειψαν ανέγγιχτα τα πιάτα με μπουρίτος, τάκος, εντσιλάδας, τορτίγιας και πιο πράσινοι από σάλτσα γουακαμόλε έψαχναν καταφοβισμένοι έξοδο διαφυγής.
Οι εκκλησίες άδειασαν καθώς οι σφαίρες σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια των ευσεβώς προσευχόμενων καθολικών πιστών. Στο μακελειό σκοτώθηκαν 30 εκτελεστές του καρτέλ, πάνω από 20 φαντάροι της Εθνοφρουράς και τουλάχιστον 26 πολίτες, ανάμεσα στους οποίους και μια εγκυμονούσα γυναίκα. Ολοι θύματα στον βωμό της υποτιθέμενης ηρωικής θυσίας ενός ανελέητου καθάρματος που περιφρονούσε τη ζωή των άλλων. Το αιματοκύλισμα, πάντως, δεν ήταν πρωτοφανές. Είχε προηγηθεί συνταρακτικά παρόμοιο το 2019 στην Πολιτεία Σιναλόα μετά τη σύλληψη του Οβίδιο Γκουζμάν Λόπεζ, του γιου του διαβόητου φυλακισμένου βαρόνου ναρκωτικών Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκουζμάν.
Το Μεξικό των καρτέλ: Ο θάνατος του Ελ Μέντσο, το κενό τρόμου και ο διάδοχος «El Pelon»
Η κυβέρνηση τον άφησε αναγκαστικά ελεύθερο αφού οι γκάνγκστερ του ναρκωσυνδικάτου απήγαγαν και κράτησαν ομήρους στρατιωτικούς και πολίτες. Εκτοτε οι μαζικές επιθέσεις αντεκδίκησης από τα πολεμοχαρή καρτέλ έχουν γίνει κανόνας μετά τις συλλήψεις των υψηλού προφίλ μελών τους. Μόνο που αυτή τη φορά δοκιμάζεται και η ασφαλής αξιοπιστία της χώρας δεδομένου ότι η Γκουανταλαχάρα, πρωτεύουσα της Πολιτείας Χαλίσκο και έδρα του πανίσχυρου καρτέλ του μακαρίτη πια άσπλαχνου «Ελ Μέντσο», πρόκειται να φιλοξενήσει φέτος τέσσερις διεθνείς αγώνες για το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026.
Αναπόδραστα, οι κάτοικοι της πόλης χαϊδεύουν προκαταβολικά προς εξορκισμό των κινδύνων τα θρησκοπνευματικά φυλακτά τους με τις εικονίτσες επίσημων και λαϊκών αγίων. Τα καρφιτσώνουν στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς. Εκεί όπου φωλιάζει ο φόβος, αλλά και η ελπίδα. Η τελευταία, ωστόσο, ολοένα ξεφτίζει, καθώς η δυσοσμία της αποσύνθεσης των πτωμάτων στα υπερφορτωμένα νεκροτομεία πλανιέται αποπνικτική στην ατμόσφαιρα, συνοδεύοντας την μπόχα μιας θεσμικής παρακμής.
Ο αρχηγός
Η ανυπόφορη βία του «Ελ Μέντσο» δεν ήταν παράφορη ή παρορμητική. Συνιστούσε συνειδητή στρατηγική επιλογή του για να ενσταλάζει τον φόβο στους συμπατριώτες του. Στην κοκαλιάρικη φιγούρα του συνόψιζε όλα τα στερεότυπα της ανάδειξης ενός εγκληματικού αφεντικού. Φτωχόπαιδο μιας ταπεινής οικογένειας αγροτών που καλλιεργούσε αβοκάντο στη γενέτειρά του στην Πολιτεία του Μιτσοακάν, παράτησε το δημοτικό σχολείο και εγκατέλειψε πριν από την εφηβεία το σπίτι του.
Αφησε πίσω του ένα μισοάγονο τοπίο, στο οποίο τα φυτά της αγαύης ορθώνονταν σαν λόγχες και οι δρόμοι άρχιζαν και τέλειωναν στη σκόνη. Φιλοδοξούσε από αόρατος δουλευτής των χωραφιών να γίνει εκκωφαντικά αθέατος ως μεγαλοκακοποιός. Μπλέχτηκε αρχικά με τις συμμορίες της Γκουανταλαχάρα που εμπορεύονταν χαλαρά μαριχουάνα sinsemilla -την άσπρη κάνναβη χωρίς σπόρους- και σταδιακά αναβαθμίστηκε σε διακινητή παράτυπων Μεξικανών μεταναστών στις ΗΠΑ. Αφού διέσχισε κάμποσες φορές παράνομα τα σύνορα, εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο. Μπήκε φουριόζος στην παραγωγή και εμπορία μεθαμφεταμίνης, ενώ προβιβάστηκε από το μεξικανικό ναρκωκύκλωμα που δρούσε στη χώρα σε διακινητή ηρωίνης και κοκαΐνης.
Συνελήφθη τρεις φορές στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Την τελευταία, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια και φυλακίστηκε. Μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή ποινής και απελάθηκε στην πατρίδα του. Ηταν 30 χρόνων όταν παρά το βεβαρημένο, στην αλλοδαπή βεβαίως, ποινικό του μητρώο εντάχθηκε στις τοπικές αστυνομικές δυνάμεις του Κάμπο Κοριέντες και του Τοματαλάν, στην παρθένα ακτογραμμή του Ειρηνικού της Πολιτείας Χαλίσκο.
Το Μεξικό των καρτέλ: Ο θάνατος του Ελ Μέντσο, το κενό τρόμου και ο διάδοχος «El Pelon»
Από διεφθαρμένος μπάτσος προτίμησε σύντομα να σταδιοδρομήσει ως διαφθορέας. Το μονοπάτι για το πέρασμα από τη μία στην άλλη πλευρά έμοιαζε σχεδόν αδιόρατο. Τις πρόβες μετάβασης τις είχε δοκιμάσει στο πρόσφατο παρελθόν. Είχε τα νταραβέρια, τις συγγένειες, το ταμπεραμέντο και τη δεξιότητα για καριέρα στο οργανωμένο έγκλημα.
Ετσι κι αλλιώς, αρκετά από τα καρτέλ είχαν δομηθεί οργανωτικά από μια εκπαιδευμένη στρατιωτική ελίτ που παράτησε τους στρατώνες για να αφοσιωθεί πειθαρχημένη στην εγκληματική «κονόμα». Ο ίδιος ταίριαζε στο μισθοφορικό ύφος τους.
Οι φατρίες
Στρατολογήθηκε και προσχώρησε στο καρτέλ Μιλένιο. Ξεκίνησε ως μέλος της ομάδας δολοφόνων που προστάτευε τον ναρκωβαρόνο Αρμάντο Βαλένσια Κορνέλιο, γνωστό ως «Ελ Μαραντόνα». Βαθμιαία, ως ανάλγητος εκτελεστής και κυνικός βασανιστής αντιπάλων, αναρριχήθηκε στην ιεραρχία. Οταν τον Αύγουστο του 2003 το αφεντικό του συνελήφθη από τις μεξικανικές αρχές, ανέλαβε τα ηνία της πιο αιμοβόρας μερίδας της εγκληματικής οργάνωσης.
Το καρτέλ διασπάστηκε σε δύο φατρίες που συγκρούστηκαν αδυσώπητα. Η μία πλευρά, γνωστή ως La Resistencia (Η Αντίσταση), η άλλη ως Los Mata Zetas (Οι Δολοφόνοι Ζέτα).
Το τοπίο της αμείλικτης σύρραξης σπάρθηκε με εκατοντάδες πτώματα. Τον ανελέητο πόλεμο των συμμοριών τον κέρδισε η δεύτερη κλίκα υπό τον «Ελ Μέντσο» και εδραίωσε την επιρροή της στο Δυτικό Μεξικό.
Το 2009 άλλαξε το όνομά της σε Καρτέλ Νέας Γενιάς του Χαλίσκο. Υπό την ηγεσία του επωφελήθηκε από την κατάρρευση του καρτέλ Σιναλόα μετά την έκδοση στις ΗΠΑ, το 2016, του ηγέτη του Χοακίν «Ελ Τσάπο» (τσαχπίνη ή κοντού) Γκουσμάν που καταδικάστηκε, τρία χρόνια αργότερα, από αμερικανικό δικαστήριο αμετάκλητα σε ισόβια δεσμά.
Σε ετοιμότητα, αξιοποίησε το κενό που δημιούργησαν οι αντιμαχόμενες φράξιες του καρτέλ της Σιναλόα – με ακατάλυτους παρασκηνιακούς λαθρεμπορικούς δεσμούς με τη Βενεζουέλα του Τσάβες και του Μαδούρο. Εκμεταλλεύτηκε τις συλλήψεις των «Λος Τσαπίτος», των γιων του άλλοτε φονικά παντοδύναμου ναρκωβαρόνου που αντικρίζει πλέον τον κόσμο πίσω από τα κάγκελα της φυλακής υψίστης ασφαλείας στο Φλόρενς του Κολοράντο υπό το παρωνύμιο «Αλκατράζ των Βράχων».
«Αγκαλιές, όχι σφαίρες»
Ο «Ελ Μέντσο» πήρε στα αιματοβαμμένα χέρια του το σημαντικότερο μέρος του λαθρεμπορίου κοκαΐνης, ηρωίνης, μεθαμφεταμίνης, μαριχουάνας και φαιντανύλης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τις τεράστιες ποσότητές τους τις μετακινούσε και στις 50 αμερικανικές Πολιτείες με ταχύπλοα σκάφη, υποβρύχια και μέσα από υπόγειες διασυνοριακές σήραγγες. Μέσα σε λίγα χρόνια το λυσσασμένο καρτέλ της Νέας Γενιάς του Χαλίσκο από παρακλάδι μιας τοπικής ναρκωσυμμορίας στο Μιτσοακάν εξελίχθηκε μανιασμένο σε κορυφαία διεθνή εγκληματική οργάνωση. Επεκτάθηκε ξέφρενα στον συντονισμό παγκόσμιων υπερκερδοφόρων επιχειρήσεων διακίνησης ναρκωτικών, οργάνωσε μοντέρνα δίκτυα logistics και σύγχρονα πλέγματα ξεπλύματος μαύρου χρήματος.
Παραμένει δε στη χώρα του το πιο επικίνδυνο ναρκωτρομοκρατικό συνδικάτο καθώς διαθέτει την πιο βαριά δύναμη πυρός. Το 2020 αποπειράθηκε να δολοφονήσει με χειροβομβίδες και πολυβόλα τον πρώην Μεξικανό υπουργό Ασφαλείας Ομάρ Γκαρσία Χαρφούς σε μια κεντρική λεωφόρο της Πόλης του Μεξικού. Τον τραυμάτισε, σκότωσε δύο μέλη της συνοδείας του και έναν αμέριμνο περαστικό.
Το ανθρωποκυνηγητό που δρομολογήθηκε από τις διωκτικές αρχές δεν άγγιξε τον επικεφαλής του καρτέλ. Ηταν η εποχή που ο κεντροαριστερός πρόεδρος του Μεξικού Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ, με το προσωνύμιο «Αμλο», δήλωνε ότι ο πόλεμος του κράτους κατά των ναρκωσυμμοριών είχε τελειώσει. Υπό το καλής πρόθεσης αλλά αφελές σύνθημα «abrazos, no balazos» («αγκαλιές, όχι σφαίρες») δεσμευόταν να αντιμετωπίσει τις ρίζες του εγκλήματος μέσω προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας για την καταπολέμηση της φτώχειας και την επανένταξη της παρασυρμένης στην παρανομία ατίθασης νεολαίας.
Διαψεύστηκε από τη σκληρή πραγματικότητα της φονικής ασυδοσίας των καρτέλ. Οι δολοφονίες άλλωστε υπήρξαν ανέκαθεν το φαύλο παράσημο στις δυσοίωνες στολές παραλλαγής του σκιωδώς απόκοσμου «Ελ Μέντσο». Ο δικός του θάνατος ήταν απλώς μια παράγραφος στη γραμματική της θανάσιμης δράσης στην οποία είχε εντρυφήσει.
Ωστόσο, όπως σε όλες τις αρρωστημένες αυτοκρατορίες, η διαδοχή του είναι μάλλον εξασφαλισμένη. Εστω και αν η αναδιοργάνωση σε επίπεδο ηγεσίας του καρτέλ αναμένεται να συνοδευτεί από νέο κύμα αιματοχυσίας, το αιματοβαμμένο στέμμα εικάζεται πως προορίζεται για το κεφάλι του 41χρονου Χουάν Κάρλος Βαλένσια Γκονζάλες. Του θετού γιου του «Ελ Μέντσο», με το παρατσούκλι «Ελ Πελόν» (καραφλός) ή «O3», ο οποίος έχοντας γεννηθεί στην Καλιφόρνια διαθέτει διπλή υπηκοότητα: αμερικανική και μεξικανική.
Η μητέρα του Ροζαλίντα Γκονζάλες Βαλένσια υπήρξε σύζυγος του εκλιπόντος αρχιμαφιόζου και φέρεται ότι διαχειριζόταν τα οικονομικά του καρτέλ. Οποιοδήποτε νέο κουμάσι πάρει το πηδάλιο του κακουργηματικού καρτέλ, εννοείται ότι οι βάρβαρες μέθοδοί του δεν προβλέπεται να αλλάξουν.






