Παρά τις δεκαετίες συζητήσεων γύρω από τη μισθολογική ισότητα, η πραγματικότητα στην αγορά εργασίας διαψεύδει οικτρά το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα, αφήνοντας τις γυναίκες στο περιθώριο της εργασιακής και οικονομικής ανασφάλειας. Νέα δημοσκόπηση του Associated Press-NORC αποκαλύπτει ότι το μισθολογικό χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλα παραμένει μια ανοιχτή πληγή, αναδεικνύοντας παράλληλα την παταγώδη αποτυχία των κρατικών πολιτικών να εξασφαλίσουν ένα δίκαιο περιβάλλον χωρίς διακρίσεις. Για την πλειονότητα των εργαζομένων γυναικών, οι χαμηλές αμοιβές αποτελούν πλέον καθημερινό βίωμα και τη μεγαλύτερη πηγή άγχους, την ώρα που η πολιτική ηγεσία περιορίζεται σε επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους παραμένουν ουσιαστικά ανύπαρκτοι.
Η έρευνα καταγράφει μια ξεκάθαρη αίσθηση αδικίας, η οποία τροφοδοτείται από την κυβερνητική απάθεια και την ασυδοσία στην αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, περίπου έξι στις δέκα εργαζόμενες πλήρους απασχόλησης τονίζουν ότι οι άνδρες απολαμβάνουν προνομιακή μεταχείριση, έχοντας περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσουν καλύτερους μισθούς και επαγγελματικές ευκαιρίες. Την ίδια στιγμή, τρεις στις δέκα γυναίκες δηλώνουν ότι έχουν υποστεί προσωπικά μισθολογικές διακρίσεις λόγω φύλου, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ισότητα που ευαγγελίζονται οι υπουργοί παραμένει «κενό γράμμα». Στον αντίποδα, οι άνδρες εμφανίζονται λιγότερο πεπεισμένοι για αυτή την αδικία, καθώς σχεδόν οι μισοί πιστεύουν ότι οι ευκαιρίες είναι πλέον ίδιες για όλους και μόλις τέσσερις στους δέκα αναγνωρίζουν το ανδρικό προβάδισμα, επηρεάζονται ίσως από την επίσημη ωραιοποίηση της κατάστασης.
Η αποτυχημένη οικονομική πολιτική των τελευταίων ετών έχει διογκώσει το καθημερινό άγχος των γυναικών, οι οποίες επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της ακρίβειας και του κόστους ζωής. Περισσότερες από τις μισές εργαζόμενες δηλώνουν ότι τα χρήματα που λαμβάνουν αποτελούν πηγή διαρκούς ανασφάλειας, ενώ η στέγαση και τα βασικά έξοδα, όπως τα τρόφιμα, δημιουργούν συνθήκες καθημερινού εφιάλτη. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα και εκθέτουν την κυβέρνηση, καθώς το μισθολογικό χάσμα όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά διευρύνεται ξανά, με τις γυναίκες πλήρους απασχόλησης να κερδίζουν κατά μέσο όρο μόλις το 80,9% των αποδοχών των ανδρών.
Οι βαθύτερες κοινωνικές και επαγγελματικές δομές που συντηρούν αυτές τις ανισότητες παραμένουν στο απυρόβλητο, καθώς δεν υπάρχει καμία κρατική βούληση για ριζικές τομές. Οι γυναίκες συνεχίζουν να εγκλωβίζονται σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας, ενώ η λεγόμενη «ποινή της μητρότητας» παραμένει σε πλήρη ισχύ. Αντί το κράτος να στηρίξει έμπρακτα τη νέα μητέρα, οι έρευνες δείχνουν ότι μετά την απόκτηση παιδιών οι αποδοχές των γυναικών μένουν στάσιμες ή μειώνονται, την ίδια ώρα που οι άνδρες βλέπουν συχνότερα αυξήσεις. Επιπλέον, η ανοχή της κυβέρνησης στην αυθαίρετη και υποχρεωτική επιστροφή των επιχειρήσεων στο μοντέλο εργασίας από το γραφείο στέρησε από τις μητέρες την πολύτιμη ευελιξία που κερδήθηκε κατά την πανδημία, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τη φροντίδα των παιδιών.
Οι αριθμοί αυτοί μεταφράζονται σε αληθινές ιστορίες αδικίας που η κυβέρνηση επιλέγει να αγνοεί. Η 47χρονη Τζέσικα Τόμπσον περιγράφει πώς χρειάστηκε να παλεύει επί χρόνια ως ανώτερη διευθύντρια πωλήσεων για να αποδείξει την αξία της, μόνο και μόνο για να βλέπει έναν άνδρα συνάδελφο με τα ίδια προσόντα να παίρνει τη θέση και υψηλότερο μισθό μέσα σε λίγους μήνες. Ακόμη και άνδρες εργαζόμενοι, όπως ο 51χρονος μηχανικός Μάικλ Μπέτγκερ, παραδέχονται ότι γίνονται καθημερινά μάρτυρες σεξιστικών συμπεριφορών και προκλητικών ανισοτήτων εις βάρος των γυναικών στον ανδροκρατούμενο χώρο τους. Όσο η πολιτεία αρνείται να επιβάλει αυστηρούς ελέγχους και κυρώσεις στους εργοδότες, η μισθολογική ισότητα θα παραμένει ένα άπιαστο όνειρο για εκατομμύρια εργαζόμενες.





