Η συζήτηση για την κατάργηση ή τον περιορισμό του δικαιώματος βέτο στην εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιστρέφει δυναμικά. Έντεκα κράτη-μέλη ζητούν να μειωθεί η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να μπλοκάρει μια κοινή ευρωπαϊκή απόφαση, με το επιχείρημα ότι σε ένα πιο επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον η Ευρώπη πρέπει να μπορεί να αντιδρά γρήγορα.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ομοφωνία. Τα κράτη-μέλη δεν έχουν την ίδια οικονομική και πολιτική ισχύ. Άλλες χώρες διαθέτουν ισχυρή βιομηχανία, τεχνολογία και κεφάλαια, ενώ άλλες εξαρτώνται περισσότερο από ξένες επενδύσεις, συγκεκριμένες αγορές, ενεργειακές προμήθειες ή επιχειρήσεις που ελέγχονται από το εξωτερικό.
Αυτό επηρεάζει και την εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα, μια χώρα που εξαρτάται έντονα από μια συγκεκριμένη αγορά ή ενεργειακή πηγή μπορεί να αντιμετωπίζει πολύ μεγαλύτερο οικονομικό κόστος από μια σύγκρουση ή κυρώσεις σε σχέση με μια οικονομικά πιο ανεξάρτητη χώρα.
Η κατάργηση του βέτο μπορεί επομένως να κάνει την ΕΕ πιο γρήγορη στις αποφάσεις, αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα γίνει και πιο ενωμένη στρατηγικά. Οι χώρες που δεν θα μπορούν πλέον να μπλοκάρουν μόνες τους μια απόφαση θα προσπαθούν να δημιουργούν συμμαχίες, να επηρεάζουν τις διαπραγματεύσεις και να ζητούν ανταλλάγματα.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν θα καταργηθεί το βέτο, αλλά και ποιοι θα έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή όταν αυτό περιοριστεί. Η ευελιξία μπορεί να βοηθήσει την Ευρώπη να αντιδρά ταχύτερα, όμως χωρίς να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες οικονομικές και πολιτικές ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών, υπάρχει κίνδυνος η μεγαλύτερη ταχύτητα στις αποφάσεις να συνοδευτεί από μεγαλύτερη επιρροή των ισχυρότερων χωρών.






