Σε τεντωμένο σχοινί βαδίζουν πλέον οι σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, αποφάσισε να κλιμακώσει την πίεση σε επίπεδα που δεν έχουν προηγούμενο στη σύγχρονη διπλωματική ιστορία.
Με μια δήλωση που ισοδυναμεί με κήρυξη ολοκληρωτικού εμπορικού πολέμου, ο Τραμπ έστειλε σαφές και αδιαπραγμάτευτο τελεσίγραφο προς τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, συνδέοντας άμεσα την οικονομική επιβίωση της Γηραιάς Ηπείρου με τις εδαφικές του φιλοδοξίες στην Αρκτική. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε σαφές ότι εάν δεν υπάρξει συμφωνία για την παραχώρηση της Γροιλανδίας, οι δασμοί στα ευρωπαϊκά προϊόντα θα εκτοξευθούν στο δυσθεώρητο ύψος του 100%, μια κίνηση που απειλεί να παραλύσει τις διατλαντικές εμπορικές συναλλαγές.
Η νέα αυτή παρέμβαση του Αμερικανού Προέδρου δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας για τις προθέσεις του. Ξεπερνώντας κάθε διπλωματικό εσκαμμένο, ο Τραμπ διαμήνυσε ότι η υπομονή της Ουάσιγκτον έχει εξαντληθεί και πως η άρνηση της Δανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συζητήσουν την πώληση της Γροιλανδίας θα έχει καταστροφικές συνέπειες. Η απειλή για επιβολή δασμών της τάξεως του 100% δεν αφορά πλέον στοχευμένα προϊόντα ή συγκεκριμένους κλάδους, αλλά φαίνεται να καλύπτει το σύνολο των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ουσιαστικά τον αποκλεισμό των ευρωπαϊκών προϊόντων από τη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου, προκαλώντας ανυπολόγιστη ζημία σε βιομηχανίες κολοσσούς, από την αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας μέχρι τον αγροδιατροφικό τομέα της Ελλάδας και της Ιταλίας.
Πίσω από την επιθετική ρητορική και τον οικονομικό εκβιασμό κρύβεται η σταθερή εμμονή της αμερικανικής διοίκησης για τον έλεγχο της Γροιλανδίας. Το τεράστιο νησί της Αρκτικής δεν αντιμετωπίζεται από τον Ντόναλντ Τραμπ ως μια αυτόνομη περιοχή με δικό της λαό και κυβέρνηση, αλλά ως ένα στρατηγικό οικόπεδο υψίστης σημασίας.
Οι σπάνιες γαίες, τα τεράστια κοιτάσματα φυσικών πόρων που αποκαλύπτονται λόγω της κλιματικής αλλαγής και η γεωστρατηγική θέση του νησιού απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα, καθιστούν τη Γροιλανδία το «Άγιο Δισκοπότηρο» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Τραμπ, λειτουργώντας με όρους αγοράς ακινήτων, θεωρεί πως κάθε περιουσιακό στοιχείο έχει μια τιμή και πως η άρνηση πώλησης είναι απλώς μια διαπραγματευτική τακτική που μπορεί να καμφθεί μέσω της άσκησης αφόρητης πίεσης.
Η είδηση του τελεσίγραφου έχει προκαλέσει «κόκκινο» συναγερμό στις Βρυξέλλες και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, σχολιάζοντας ανεπίσημα τις εξελίξεις, κάνουν λόγο για «ομηρία» ολόκληρης της ηπείρου και χαρακτηρίζουν τις απαιτήσεις των ΗΠΑ ως παραλογισμό που παραβιάζει κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας και διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, ο φόβος για τις οικονομικές επιπτώσεις είναι υπαρκτός και μεγάλος.
Οι οικονομίες της Ευρωζώνης, που ήδη αντιμετωπίζουν προκλήσεις ανάπτυξης, δεν έχουν την πολυτέλεια να απωλέσουν την αμερικανική αγορά. Το διλήμμα που τίθεται πλέον είναι υπαρξιακό: υποχώρηση σε έναν ωμό εκβιασμό με απώλεια εδάφους και κυριαρχίας ή σύγκρουση με έναν απρόβλεπτο σύμμαχο που κρατά στα χέρια του το «πυρηνικό όπλο» των δασμών.
Οι αναλυτές διεθνών σχέσεων επισημαίνουν ότι η κίνηση αυτή του Τραμπ σηματοδοτεί, ίσως οριστικά, το τέλος της πολιτικής ενότητας της Δύσης όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η έννοια της συμμαχίας αντικαθίσταται από τη λογική της ισχύος και της συναλλαγής. Εάν οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να καταστρέψουν οικονομικά τους εταίρους τους για την απόκτηση εδαφών, τότε η αρχιτεκτονική ασφαλείας και συνεργασίας του ΝΑΤΟ και των διατλαντικών σχέσεων έχει δεχθεί ανεπανόρθωτο πλήγμα.
Οι επόμενες ώρες και ημέρες αναμένονται δραματικές, καθώς η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει εάν θα ενδώσει στις πιέσεις για να σώσει την οικονομία της ή εάν θα υψώσει το ανάστημά της, ρισκάροντας μια οικονομική καταστροφή για να διασώσει την αξιοπρέπειά της.





