Στο μικροσκόπιο της Γερουσίας οι κολοσσοί των τηλεπικοινωνιών για τα τηλέφωνα γερουσιαστών

Κοινοποίηση:
congress

Απαντήσεις ενώπιον της Γερουσίας καλούνται να δώσουν την Τρίτη οι μεγαλύτερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά την αποκάλυψη ότι το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών απέκτησε τηλεφωνικά δεδομένα οκτώ γερουσιαστών στο πλαίσιο της έρευνας για την επίθεση στο Καπιτώλιο, στις 6 Ιανουαρίου 2021.

Νομικοί εκπρόσωποι των εταιρειών ΑΤ&Τ, Βέριζον και Τι-Μόμπαϊλ καταθέτουν σε υποεπιτροπή της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Γερουσίας, μετά τη δημοσιοποίηση εγγράφου το φθινόπωρο, το οποίο αποκάλυψε ότι οι αρχές απέκτησαν τα λεγόμενα «δεδομένα κλήσεων» από τηλεφωνικούς αριθμούς που συνδέονταν με γερουσιαστές.

Τα στοιχεία ζητήθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας του ειδικού εισαγγελέα Τζακ Σμιθ για τις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2020 και για την εισβολή υποστηρικτών του στο Καπιτώλιο. Οι εταιρείες έλαβαν κλητεύσεις για τηλεφωνικά αρχεία, χωρίς —όπως υποστηρίζουν— να αφορούν επίσημες γραμμές της Γερουσίας.

Η ΑΤ&Τ αναμένεται να δηλώσει ότι προχωρά σε αλλαγές στις εσωτερικές της διαδικασίες, ώστε να μπορεί να εντοπίζει όλους τους αριθμούς που συνδέονται με μέλη του Κογκρέσου, όχι μόνο τους υπηρεσιακούς, με στόχο την καλύτερη προστασία της ιδιωτικότητάς τους, στο μέτρο που επιτρέπει η νομοθεσία.

Από την πλευρά της, η Βέριζον αναγνωρίζει ότι, αν και κινήθηκε εντός του νόμου, υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης. Η εταιρεία δηλώνει ότι επεκτείνει τις δικλίδες ασφαλείας και σε προσωπικά και προεκλογικά τηλέφωνα και ότι στο μέλλον αιτήματα των αρχών που αφορούν εκλεγμένους αξιωματούχους θα εξετάζονται σε ανώτατο διοικητικό επίπεδο. Παράλληλα, δεσμεύεται να ενημερώνει τους νομοθέτες όπου αυτό επιτρέπεται και να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη κατά εντολών σιωπής.

Η Τι-Μόμπαϊλ, μέσω του γενικού της νομικού συμβούλου, υπερασπίζεται τη στάση της, τονίζοντας ότι οι κλητεύσεις αντιμετωπίστηκαν όπως κάθε άλλο νόμιμο αίτημα, με συνέπεια και πλήρη συμμόρφωση προς τον νόμο.

Δημοκρατικοί γερουσιαστές επισημαίνουν ότι αρκετοί από τους Ρεπουμπλικανούς που βρέθηκαν στο επίκεντρο της έρευνας είχαν στηρίξει δημόσια τις προσπάθειες του Τραμπ να ανατρέψει το εκλογικό αποτέλεσμα του 2020.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κατηγορηθεί ποινικά για την υπόθεση της 6ης Ιανουαρίου, ωστόσο η διαδικασία δεν έφτασε ποτέ σε δίκη, καθώς καθυστέρησε λόγω αλλεπάλληλων νομικών προσφυγών. Μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2024 απέναντι στην Κάμαλα Χάρις, ο Τζακ Σμιθ απέσυρε την υπόθεση, επικαλούμενος την πάγια πρακτική του υπουργείου Δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει τη δίωξη εν ενεργεία προέδρου. Σε σχετική έκθεσή του, πάντως, υποστήριξε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί θα επαρκούσαν για καταδίκη σε κανονική δίκη.

Tags:
ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response