Η κατάρρευση της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, η οποία πλέον κατρακύλησε κάτω ακόμα και από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αποτυπώνει με τον πιο αμείλικτο τρόπο την πλήρη αποτυχία της επταετίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στο στεγαστικό ζήτημα. Την ώρα που οι τιμές των ακινήτων έχουν εκτιναχθεί σε εξωφρενικά επίπεδα και τα ενοίκια καταβροχθίζουν το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών εισοδημάτων, η κυβέρνηση παρακολουθεί αμέτοχη —αν όχι συνένοχη— τη μετατροπή της στέγης από θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα σε απλησίαστο πολυτελές εμπόρευμα.
Αντί για μια ουσιαστική στεγαστική πολιτική με ανέγερση κοινωνικών κατοικιών και αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο στην αγορά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει να «χρυσώνει το χάπι» με ημίμετρα, παρατάσεις του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» και αναποτελεσματικές επιδοτήσεις ανακαίνισης. Πρόκειται για μια επικοινωνιακή τακτική που απλώς τροφοδοτεί την κερδοσκοπία, καθώς η επιδότηση της ζήτησης χωρίς την παράλληλη αύξηση της προσφοράς οδηγεί μαθηματικά σε νέες αυξήσεις τιμών, ακυρώνοντας στην πράξη το όποιο όφελος για τους πολίτες. Τα προγράμματα αυτά καταλήγουν να εξυπηρετούν ελάχιστους τυχερούς που θα καταφέρουν να ξεπεράσουν τους τραπεζικούς σκοπέλους, αφήνοντας την πλειοψηφία των νέων και των μισθωτών εγκλωβισμένους στα παιδικά τους δωμάτια.
Η κυβερνητική αδράνεια απέναντι στην ανεξέλεγκτη εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb) που αδειάζει ολόκληρες γειτονιές, η ανοχή στα χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα και η αλόγιστη ενθάρρυνση των ξένων επενδύσεων στην κτηματαγορά έχουν μετατρέψει τη στέγαση σε προνόμιο μόνο για όσους διαθέτουν ισχυρά κεφάλαια ή γονική υποστήριξη. Η στεγαστική κρίση φέρει πλέον φαρδιά πλατιά την υπογραφή της κυβερνητικής πολιτικής, αποδεικνύοντας ότι το δήθεν «επιτελικό κράτος» αδυνατεί —ή αρνείται— να προστατεύσει τη νέα γενιά και τη μεσαία τάξη από τη σαρωτική λαίλαπα της ακρίβειας.





