Μια απόφαση–σταθμός για τη θρησκευτική ελευθερία στη Σουηδία εξέδωσε το Διοικητικό Δικαστήριο της Στοκχόλμης, το οποίο ακύρωσε την απόφαση της κρατικής Αρχής Στήριξης Θρησκευτικών Κοινοτήτων (SST) να αποκλείσει τους Μάρτυρες του Ιεχωβά από τις κρατικές επιχορηγήσεις. Η υπόθεση είχε λάβει μεγάλη δημοσιότητα, καθώς η κυβέρνηση είχε τροποποιήσει τον σχετικό νόμο το 2024 με στόχο, όπως παραδέχθηκαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, να εμποδίσει τη συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα να λαμβάνει κρατική χρηματοδότηση.
Η SST είχε επικαλεστεί τις λεγόμενες «δημοκρατικές προϋποθέσεις», υποστηρίζοντας ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ασκούν «διακρίσεις» μέσω των κανόνων ένταξης και αποπομπής μελών, καθώς και «αθέμιτη πίεση» μέσω της πρακτικής περιορισμού επαφών με πρώην μέλη. Το Δικαστήριο, όμως, απέρριψε πλήρως τα επιχειρήματα της αρχής.
Στην απόφαση της 7ης Μαΐου 2026, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το κράτος έχει υποχρέωση θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως προβλέπει το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι οι κρατικοί φορείς δεν μπορούν να αξιολογούν ή να κρίνουν το περιεχόμενο μιας θρησκευτικής διδασκαλίας, ούτε να παρεμβαίνουν στην «εσωτερική ζωή» μιας θρησκευτικής κοινότητας.
Το Δικαστήριο έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στις δραστηριότητες που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, όπου το κράτος μπορεί να εξετάσει αν υπάρχουν παραβιάσεις δικαιωμάτων, και στις εσωτερικές θρησκευτικές πρακτικές, οι οποίες προστατεύονται πλήρως από τη θρησκευτική ελευθερία. Σημείωσε επίσης ότι οι κανόνες ένταξης και ηθικής συμπεριφοράς που θέτουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν διαφέρουν ουσιαστικά από αντίστοιχες πρακτικές άλλων θρησκειών που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση.
Ιδιαίτερη κριτική ασκήθηκε στην SST για το ότι βασίστηκε σε «δεύτερο χέρι» πληροφορίες, αποσπασματικές διαδικτυακές αναφορές και υλικό που το Δικαστήριο χαρακτήρισε «αμφίβολης αξιοπιστίας». Το δικαστήριο τόνισε ότι για να επιβληθούν περιοριστικά μέτρα σε μια θρησκευτική κοινότητα, το κράτος οφείλει να προσκομίσει επαρκή και τεκμηριωμένα στοιχεία, κάτι που δεν συνέβη.
Αναφορικά με την πρακτική περιορισμού επαφών με πρώην μέλη, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η εικόνα που παρουσίασε η αρχή ήταν υπερβολική και δεν λάμβανε υπόψη σημαντικές εξαιρέσεις: οι οικογενειακές σχέσεις συνεχίζονται, οι ανήλικοι προστατεύονται, οι αποπεμφθέντες μπορούν να παρακολουθούν συναθροίσεις και να επανενταχθούν υπό προϋποθέσεις.
Η υπόθεση έρχεται σε μια περίοδο όπου η Σουηδία δέχεται κριτική για την αυξανόμενη κρατική παρέμβαση σε θρησκευτικά ζητήματα. Η απόφαση της Στοκχόλμης ευθυγραμμίζεται με πρόσφατη νομολογία στη Νορβηγία, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επίσης απορρίψει προσπάθειες κρατικών αρχών να επιβάλουν κυρώσεις στους Μάρτυρες του Ιεχωβά για εσωτερικές θρησκευτικές πρακτικές.





