Η προσπέραση είναι ένας από τους συχνότερους ελιγμούς στην οδήγηση, ιδιαίτερα σε δρόμους με αυξημένη κυκλοφορία, απαιτεί όμως ιδιαίτερη προσοχή και σωστή εκτίμηση της ταχύτητας, της απόστασης και των συνθηκών που επικρατούν στο οδόστρωμα.
Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα των οδηγών είναι αν επιτρέπεται, κατά τη διάρκεια μιας προσπέρασης, να αυξήσουν προσωρινά την ταχύτητά τους πάνω από το προβλεπόμενο όριο, ώστε να ολοκληρώσουν ταχύτερα τον ελιγμό. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: όχι.
Η προσπέραση δεν αποτελεί εξαίρεση από τα όρια ταχύτητας. Ο οδηγός οφείλει να τηρεί το εκάστοτε προβλεπόμενο όριο καθ’ όλη τη διάρκεια του ελιγμού. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που να επιτρέπει την υπέρβαση του ορίου επειδή ένα όχημα βρίσκεται στη διαδικασία προσπέρασης.
Η αντίληψη ότι «θα πατήσω λίγο παραπάνω το γκάζι και μετά θα επιστρέψω στην κανονική ταχύτητα» δεν αποτελεί νόμιμη δικαιολογία. Πριν επιχειρήσει την προσπέραση, ο οδηγός πρέπει να έχει βεβαιωθεί ότι ο ελιγμός επιτρέπεται και μπορεί να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια, λαμβάνοντας υπόψη τη διαγράμμιση, την ορατότητα, την κυκλοφορία στο αντίθετο ρεύμα, την κατάσταση του δρόμου και την ταχύτητα των υπόλοιπων οχημάτων.
Σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης, η ύπαρξη διακεκομμένης γραμμής μπορεί να επιτρέπει την προσπέραση, δεν σημαίνει όμως ότι ο οδηγός μπορεί να αναπτύξει οποιαδήποτε ταχύτητα. Αντίστοιχα, στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς με περισσότερες λωρίδες ανά κατεύθυνση, η αλλαγή λωρίδας και η προσπέραση πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες κυκλοφορίας και τις επικρατούσες συνθήκες ασφαλείας.
Δεν πρέπει επίσης να συγχέεται η προσπέραση με την περίπτωση κατά την οποία ένα όχημα κινείται ταχύτερα από άλλο που βρίσκεται σε διπλανή λωρίδα, χωρίς ο οδηγός να αλλάζει λωρίδα ή να πραγματοποιεί ενεργό ελιγμό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα προβλεπόμενα όρια ταχύτητας εξακολουθούν να ισχύουν.
Στο ελληνικό οδικό δίκτυο τα όρια διαφοροποιούνται ανάλογα με την κατηγορία του δρόμου και τη σχετική σήμανση. Στις κατοικημένες περιοχές ισχύει ως γενικός κανόνας το όριο των 30 χλμ./ώρα, ενώ σε συγκεκριμένες κατηγορίες δρόμων μπορεί να ισχύει όριο 50 χλμ./ώρα, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά από τη σήμανση. Εκτός κατοικημένων περιοχών, τα όρια για τα επιβατικά αυτοκίνητα διαφοροποιούνται ανάλογα με το οδικό δίκτυο και μπορούν να φτάσουν, ενδεικτικά, τα 90 χλμ./ώρα στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο, τα 110 χλμ./ώρα στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας και τα 130 χλμ./ώρα στους αυτοκινητόδρομους, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση.
Έτσι, ένας οδηγός που κινείται σε δρόμο με όριο 90 χλμ./ώρα δεν μπορεί να επιταχύνει στα 100 ή στα 110 χλμ./ώρα προκειμένου να ολοκληρώσει γρηγορότερα μια προσπέραση. Η υπέρβαση του ορίου μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμα και διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες γίνονται αυστηρότερες όσο αυξάνεται το μέγεθος της παράβασης. Σε σοβαρές περιπτώσεις προβλέπονται υψηλά χρηματικά πρόστιμα και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για σημαντικό χρονικό διάστημα.
Το συμπέρασμα είναι απλό: η προσπέραση δεν δίνει στον οδηγό το δικαίωμα να ξεπεράσει το όριο ταχύτητας. Αν ένας ελιγμός μπορεί να ολοκληρωθεί με ασφάλεια μόνο με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή που επιτρέπει ο δρόμος, τότε δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί.
Η ασφαλέστερη επιλογή είναι η αναμονή μέχρι να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, με επαρκή ορατότητα, σωστή απόσταση και δυνατότητα ολοκλήρωσης της προσπέρασης χωρίς παραβίαση των ορίων ταχύτητας.






