Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν περί πιθανής συμμετοχής της Τουρκίας σε κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε διεθνές επίπεδο, από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως το Παρίσι και το Βερολίνο, έως τη Μόσχα, την Αθήνα και το Ισραήλ.
Η ανησυχία επικεντρώνεται στο ενδεχόμενο η Άγκυρα να επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικής ισχύος, γεγονός που θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες ασφαλείας σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή, επηρεάζοντας ιδιαίτερα την Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το ζήτημα απασχόλησε έντονα και ρωσικούς αναλυτικούς κύκλους. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε ότι η Μόσχα παρακολουθεί προσεκτικά τις τοποθετήσεις του Φιντάν, υπογραμμίζοντας τη σημασία τους για τη ρωσική ασφάλεια, ειδικά σε σχέση με τη Μαύρη Θάλασσα και τη γενικότερη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή.
Σύμφωνα με τον Ρώσο αναλυτή Μιχαήλ Νεϊζμακόφ, η σχετική συζήτηση ξεκίνησε κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνέντευξης, όπου ο Φιντάν ανέφερε ότι η Τουρκία ενδέχεται να αναγκαστεί να συμμετάσχει σε πυρηνική κούρσα εάν άλλες χώρες της περιοχής – όπως το Ιράν – αποκτήσουν πυρηνικά όπλα. Παράλληλα, τόνισε ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί ριζικές ανατροπές στη σημερινή ισορροπία δυνάμεων. Ωστόσο, όταν ερωτήθηκε πιο άμεσα για πιθανή ανάπτυξη τουρκικού πυρηνικού προγράμματος, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση.
Η συζήτηση για πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας δεν είναι νέα. Ήδη από το 2019, ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι άλλες χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα ενώ η Τουρκία δεν έχει αντίστοιχη δυνατότητα.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρότι η Τουρκία διαθέτει επιστημονικό δυναμικό και αποθέματα ουρανίου, η ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου θα προκαλούσε ισχυρές διεθνείς αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών πιέσεων και πιθανών επιχειρήσεων πληροφοριών από ξένες δυνάμεις.
Η πιθανότητα απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τουρκία θα δημιουργούσε επίσης προκλήσεις για τις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες διατηρούν σημαντική επιρροή στην τουρκική άμυνα. Παράλληλα, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα προκαλούσε ανησυχία στο Ισραήλ, ιδιαίτερα λόγω της στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας σε περιοχές όπως η Συρία.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η εμφάνιση της Τουρκίας ως πυρηνικής δύναμης θα μπορούσε να ενισχύσει τη διεθνή διαπραγματευτική της θέση και να επηρεάσει τις ισορροπίες στην Κεντρική Ασία και την Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να οδηγήσει γειτονικές χώρες σε στενότερη συνεργασία με άλλες πυρηνικές δυνάμεις, ενώ εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να ενίσχυε τον ρόλο της Γαλλίας ως μοναδικής πυρηνικής δύναμης.
Από ρωσικής πλευράς, η προοπτική διεύρυνσης του αριθμού των κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα θεωρείται αρνητική εξέλιξη, ιδιαίτερα όταν αφορά χώρες με ενεργή περιφερειακή πολιτική. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η Τουρκία έχει ήδη αναπτύξει βαλλιστικά πυραυλικά συστήματα μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, όπως οι πύραυλοι Bora και Typhoon, γεγονός που ενισχύει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.
Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, η Τουρκία δεν διαθέτει ακόμη τεχνολογίες εμπλουτισμού ουρανίου ή παραγωγής πλουτωνίου. Ο μοναδικός πυρηνικός σταθμός της χώρας στο Ακούγιου κατασκευάζεται με ρωσική συνεργασία και προορίζεται για ενεργειακή χρήση, χωρίς να σχετίζεται επισήμως με στρατιωτικές εφαρμογές. Επομένως, η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων θα απαιτούσε πρόσβαση σε τεχνολογίες που θεωρούνται ιδιαίτερα δύσκολο να αποκτηθούν νόμιμα.
Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρουσία αμερικανικών πυρηνικών βομβών B-61 στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ αποτελεί ήδη σημαντικό στρατηγικό παράγοντα, αν και η χρήση τους εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συνολικά, το ενδεχόμενο πυρηνικού εξοπλισμού της Τουρκίας προκαλεί έντονο προβληματισμό σε πολλές χώρες της περιοχής και διεθνώς, καθώς θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις ισορροπίες ασφάλειας και τις γεωπολιτικές σχέσεις σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και ευρύτερη περιοχή.






