Οι επιστήμονες έγιναν… ντετέκτιβ: Ψάχνουν το «αόρατο» DNA των δελφινιών που επιπλέει στον ωκεανό

Κοινοποίηση:
dolphins

Η πρόσφατη έρευνα Αμερικανών επιστημόνων, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Marine Science, αποδεικνύει ότι το DNA που αιωρείται στο θαλασσινό νερό είναι πλέον αρκετό για να επιτρέψει την παρακολούθηση της κατάστασης υγείας και του πραγματικού μεγέθους των πληθυσμών των δελφινιών στις ΗΠΑ. Μέχρι σήμερα, η λήψη δειγμάτων περιβαλλοντικού DNA (eDNA) από το νερό μπορούσε να επιβεβαιώσει μόνο την παρουσία ή την απουσία ενός είδους σε μια περιοχή, προσφέροντας ελάχιστες πληροφορίες για τους δείκτες βιοποικιλότητας που είναι πραγματικά χρήσιμοι για την προστασία τους. Ωστόσο, η νέα αυτή μελέτη τεκμηριώνει ότι το μιτοχονδριακό DNA σε δείγματα νερού που συλλέγονται κοντά σε κοπάδια δελφινιών περιέχει επαρκή στοιχεία για τη μέτρηση του πληθυσμού και της εσωτερικής γενετικής του ποικιλομορφίας, η οποία λειτουργεί ως δείκτης για το πόσο έτοιμος είναι ένας πληθυσμός να αντιδράσει στις περιβαλλοντικές αλλαγές.

Το γενετικό υλικό βρίσκεται παντού στους ωκεανούς, καθώς απελευθερώνεται από το δέρμα, τα λέπια, τις βλέννες και τα περιττώματα των θαλάσσιων ειδών, επιπλέοντας ελεύθερα στο νερό. Αν και η αλληλουχία του eDNA χρησιμοποιείται εδώ και καιρό ως ένας οικονομικά αποδοτικός τρόπος για την καταγραφή του αριθμού και της ταυτότητας των ειδών, ιδιαίτερα για σπάνια ή δυσπρόσιτα είδη, ο πλούτος των ειδών αποτελεί μόνο το πιο βασικό μέτρο βιοποικιλότητας. Όπως δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας, Δρ. Φρέντερικ Άρτσερ, από το Νοτιοδυτικό Κέντρο Αλιευτικής Επιστήμης της NOAA/NMFS στη Λα Χόγια της Καλιφόρνια, η επαναλαμβανόμενη δειγματοληψία eDNA μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση της γενετικής ποικιλομορφίας δελφινιών που κινούνται σε μεγάλα κοπάδια και έχουν πολύ μεγάλους πληθυσμούς, αλλάζοντας ριζικά τα δεδομένα στη διατήρηση της άγριας ζωής.

Στο πλαίσιο της έρευνας στο πεδίο, η οποία πραγματοποιήθηκε γύρω από το νησί Σάντα Καταλίνα ανοιχτά της Καλιφόρνια, οι επιστήμονες ακολούθησαν με μικρά σκάφη 15 κοπάδια δελφινιών, εστιάζοντας στα τέσσερα πιο κοινά είδη της περιοχής: το κοινό δελφίνι με μακρύ ρύγχος, το κοινό δελφίνι με κοντό ρύγχος, το κοινό ρινοδέλφινο και το σταχτοδέλφινο. Συλλέγοντας δείγματα θαλασσινού νερού δύο λίτρων από την επιφάνεια, οι ερευνητές εντόπισαν 836 παραλλαγές μιτοχονδριακών αλληλουχιών σε 126 δείγματα, εκ των οποίων το 76% προερχόταν από κητώδη και το 29% ανήκε στο συγκεκριμένο είδος του κοπαδιού που είχε ήδη αναγνωριστεί οπτικά. Τα κοινά δελφίνια με μακρύ ρύγχος παρουσίασαν τη μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία, ακολουθούμενα από τα κοινά δελφίνια με κοντό ρύγχος, ενώ τα σταχτοδέλφινα και τα ρινοδέλφινα αποδείχθηκαν πολύ λιγότερο ποικιλόμορφα στη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή.

Μετά την επιτυχή επιβεβαίωση της μεθόδου, οι ερευνητές είναι έτοιμοι να ανοίξουν νέους ορίζοντες για την προστασία των θαλασσών, εφαρμόζοντας τη νέα τεχνική στην πράξη. Ο Δρ. Άρτσερ επεσήμανε την ανάγκη να ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατό προγράμματα παρακολούθησης μέσω eDNA, τα οποία θα επιτρέψουν στους επιστήμονες να παρατηρούν πώς αλλάζει η σύνθεση των ειδών σε πολύ μικρές περιοχές κατά τη διάρκεια του έτους, συμπεριλαμβανομένων των πιο σπάνιων ειδών που διαφεύγουν από τις οπτικές έρευνες. Η μέθοδος αυτή αναμένεται να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τη χρήση των βιοτόπων, ενώ παράλληλα θα επιτρέψει τη λεπτομερή παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο οι περιβαλλοντικές αλλαγές και οι ανθρωπογενείς επιπτώσεις, όπως η ρύπανση ή ο υποβρύχιος θόρυβος, επηρεάζουν την κατανομή και την υγεία των θαλάσσιων ειδών.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ:

Leave a Response