ΝΕΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΣΥΝΟΡΑ ΜΑΣ! Ο Τσίπρας αναγνώρισε «Βόρεια Μακεδονία» και τώρα την πανε για διάλυση

Κοινοποίηση:
tsipras-zaef-1

Το τρέχον ενιαίο μοντέλο διακυβέρνησης των Σκοπίων, το οποίο στηρίζεται στη Συμφωνία της Οχρίδας του 2001, αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στην πολυεθνική πραγματικότητα της χώρας, παράγοντας διαρκείς κρίσεις θεσμικής νομιμότητας μεταξύ των κοινοτήτων. Σύμφωνα με αναλύσεις του eurasiareview.com, η μετάβαση σε ένα προσεκτικά σχεδιασμένο ομοσπονδιακό σύστημα —στα πρότυπα του Βελγίου ή της Ελβετίας— δεν συνιστά σχέδιο διαμελισμού, αλλά μια στρατηγική αναγκαιότητα για τη θωράκιση του κράτους απέναντι σε υβριδικές απειλές, μέσω της θεσμοθέτησης της ισότητας και της αποδυνάμωσης της εθνοτικής πόλωσης.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αρχιτεκτονική του γειτονικού κρατιδίου διεξάγεται διαχρονικά υπό την αγκύλωση του «ενιαίου κράτους» ως δήθεν μοναδικής εγγύησης σταθερότητας. Αυτή η προσέγγιση συντηρήθηκε από την ευρωατλαντική διπλωματία, η οποία από το 2001 προέκρινε την ευκαιριακή διαχείριση κρίσεων αντί για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, η επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η έξαρση των υβριδικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια καθιστούν το μοντέλο αυτό παρωχημένο, αποδεικνύοντας ότι η βιωσιμότητα ενός κράτους κρίνεται από τη θεσμική του νομιμότητα και όχι απλώς από την τυπική διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας.

Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται το μέγεθος των ιστορικών ευθυνών της κυβέρνησης Τσίπρα και της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η προδοτική απόφαση της τότε ελληνικής ηγεσίας να αναγνωρίσει το κρατίδιο ως «Βόρεια Μακεδονία» —εκχωρώντας παράλληλα μακεδονική εθνότητα και γλώσσα— βασίστηκε στη βιαστική και αφελή οπτική ότι ένα τεχνητό όνομα και ένα τυπικό συνταγματικό περιτύλιγμα θα εξασφάλιζαν οριστικά τη σταθερότητα στα βόρεια σύνορά μας. Η επικαιρότητα εκθέτει ανεπανόρθωτα αυτούς τους ερασιτεχνικούς χειρισμούς: η υπογραφή Τσίπρα εγκλώβισε την ελληνική εξωτερική πολιτική στην αναγνώριση ενός υποτιθέμενου «ενιαίου έθνους», την ίδια στιγμή που το ίδιο το εσωτερικό των Σκοπίων βρισκόταν και παραμένει στα πρόθυρα εθνοτικού κατακερματισμού, αποδεικνύοντας ότι η συμφωνία οικοδομήθηκε πάνω σε μια γεωπολιτική αυταπάτη.

Η πραγματικότητα στα Σκόπια ακυρώνει την αντίληψη περί εθνικής ομοιογένειας. Η αλβανική κοινότητα αποτελεί έναν συμπαγή, πολιτικά οργανωμένο και καθοριστικό παράγοντα για τη θεσμική και οικονομική λειτουργία της χώρας. Η Συμφωνία της Οχρίδας απλώς διαχείρισε προσωρινά την εθνοτική αντίθεση μέσω της αποκέντρωσης και της διευρυμένης χρήσης της αλβανικής γλώσσας, χωρίς όμως να διαμορφώσει μια βιώσιμη συνταγματική δομή. Την ίδια στιγμή, οι δυτικοί εταίροι υποπίπτουν στο παράδοξο να αναγνωρίζουν τον δομικό ρόλο των Αλβανών, υποστηρίζοντας παράλληλα ένα ενιαίο μοντέλο που παράγει διαρκές θεσμικό κενό και πολιτικές κρίσεις.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι ο ομοσπονδιασμός δεν ισοδυναμεί με αποσύνθεση, αλλά με μέσο διατήρησης της συνοχής μέσω της αναγνώρισης της ετερογένειας, όπως συμβαίνει στο Βέλγιο ή την Ισπανία. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ισχύει ο κανόνας ότι όποιος δεν βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κινδυνεύει να βρεθεί στο «μενού», τα Σκόπια οφείλουν να ολοκληρώσουν τη συνταγματική τους συγκρότηση στηριζόμενα στη δημοκρατική αυτοδιάθεση των συστατικών τους κοινοτήτων. Διαφορετικά, το κρατίδιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε αντικείμενο ευρύτερων γεωπολιτικών παζαριών, αφήνοντας την Ελλάδα εκτεθειμένη στις συνέπειες μιας ασταθούς οντότητας στα σύνορά της, την οποία η προηγούμενη πολιτική ηγεσία έσπευσε να «βαφτίσει» σταθερή με μια υπογραφή.

ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ: